Δεκατοτέταρτο
Δεκεμβρίου 2nd, 2011 § Γράψτε ένα σχόλιο

- Ονομάζομαι Χάμιλτον, Ρίτσαρντ Χάμιλτον.
Η φωνή του άνδρα ήταν γλυκειά και μαλακή μαζί, σχεδόν τρυφερή, τόσο που η Αρχιφύλακας Τζάνετ Πηρς αναρωτήθηκε στιγμιαία αν όντως καθόταν στο γραφείο της, στο 14ο Α.Τ. Μητροπολιτικού Σικάγου ή αν κοιμόταν ακόμα σπίτι της κι έβλεπε όνειρο. Μετά, σήκωσε τα μάτια απ’ το χαρτομάνι που μελετούσε και τις διορθώσεις στην τελευταία αναφορά των υφισταμένων της και τον είδε. Όμορφος άντρας, σκέφτηκε χωρίς να το θέλει. Τον κύτταξε ερωτηματικά στα μάτια χωρίς να πει τίποτα ενώ το έμπειρο βλέμμα της σκάναρε την εμφάνιση του: ακριβό κοστούμι, άνω των 500 δολλαρίων, απ’ το Σιντ Τζερόμ, σίγουρα. Γαλάζιο πουκάμισο με γιακά όξφορντ. Σοβαρή, σκούρα γραβάτα. Χρυσαφί ρολόι και κολλεγιακό δαχτυλίδι. Καθαρά νύχια. Με δυό λέξεις: στέλεχος, σίγουρα καλοπληρωμένο. Τα ξανθά μαλλιά του, μια ιδέα αραιά, ήταν καλοχτενισμένα, με χωρίστρα. Δε φορούσε γυαλιά.
-Τι μπορώ να κάνω για σας κύριε Χάμιλτον, μίλησε τελικά, λίγο βραχνιασμένη απ’ την κάπνα που έπρεπε να υποφέρει καθημερινά στο Τμήμα. Ο άνδρας δεν είχε πάρει την πρωτοβουλία ν’ απαντήσει στο ερωτηματικό της βλέμμα.
-Τηλεφώνησα χθες για την εξαφάνιση της αρραβωνιαστικιάς μου, της δεσποινίδας Χέηζ… Απάντησε το ίδιο απαλά με την πρώτη φορά. Η Τζάνετ Πηρς νόμισε ότι διάκρινε μια εξτρά δόση τρυφεράδας όταν ο άνδρας είπε το όνομα της αρραβωνιαστικιάς του.
-Α, μάλιστα, Χέηζ. Αμέσως κύριε Χάμιλτον, καθήστε αν θέλετε ένα λεπτό. Του έδειξε την καρέκλα και, σε απάντηση στο απορημένο του βλέμμα, έσκυψε ταυτόχρονα αριστερά να την αδειάσει από μια στίβα φακέλλους που είχε ακουμπήσει πάνω της την προηγούμενη μέρα. Πνιγόταν σε τόννους χαρτιού, αυτό συνέβαινε. Δεν είχε χώρο ούτε για έναν επισκέπτη. Ολόκληρο το Τμήμα δεν είχε χώρο για κανέναν, πατείς με πατώ σε όλοι. Ασφυξία.
Ο Ρίτσαρντ Χάμιλτον κάθισε στην ξύλινη καρέκλα χωρίς να τη σκουπίσει προηγουμένως με κάποιο μαντήλι, γεγονός που η Αρχιφύλακας βρήκε εξαιρετικά αταίριαστο με την εικόνα του. Δεν σταύρωσε τα πόδια του αλλά έφερε τα γόνατα κοντά, θυμίζοντας κοπέλα στην πίσω θέση βέσπας. Ακούμπησε τις παλάμες πανω στα πόδια του και το βλέμμα του, στωικό, καρφώθηκε σ’ ένα απ’ τα γυαλιστερά διακριτικά της στολής της, ακριβώς κάτω απ’ το λαιμό της. Το βουητό του χώρου, τη γραφομηχανή στο διπλανό γραφείο, τα τηλέφωνα που χτυπούσαν, τις πόρτες που ανοιγόκλειναν, τις βρισιές, τις κοφτές κουβέντες – ήταν φανερό πως δεν τα άκουγε.
-Κύριε Χάμιλτον, άρχισε η Πηρς ψάχνοντας ταυτόχρονα ένα χάρτινο ντοσιέ ξεχειλισμένο με έγγραφα, έχουμε πλέον μια σαφώς επιβεβαιωμένη άποψη για την υπόθεση της – η φωνή της κόμπασε ένα δευτερόλεπτο, για την αρραβωνιαστικιά σας, κατέληξε τραβόντας μια κίτρινη κόλλα χαρτί που εντόπισε επιτέλους στο ντοσιέ. Ο κύριος Χάμιλτον την παρακολουθούσε, ακίνητος. Αμίλητος.
-Δυστυχώς, κύριε Χάμιλτον, τα δεδομένα που μας μεταβιβάστηκαν από τα Ομοσπονδιακά Αρχεία είναι αδιαμφισβήτητα. Η κυρία Μαντλίν Χέηζ –
-Δεσποινίς Χέηζ, τη διέκοψε αυτός, καθόλου απότομα. Ήταν ίσως η ηρεμότερα και ηπιότερα διατυπωμένη διόρθωση που είχε ακουστεί ποτέ στο 14ο. Η Αρχιφύλακας Πηρς στάθηκε μισό λεπτό ακίνητη, σουφρώνοντας τα χείλια της. Μετά, αποφάσισε να μη του χαριστεί.
-Η κυρία που γνωρίσατε ως «δεσποινίς Μαντλίν Χέηζ,» κύριε Χάμιλτον, άρχισε με στόμφο, ταυτοποιήθηκε ως η πρώην κατάδικος, νυν φυγόδικος Κατρίνα Πόσλοντ Μπέικερ, σύζυγος ή μάλλον χήρα πλέον του Τοντ Μπέικερ, μας άφησε χρόνους πριν δυο εβδομάδες κύριε Χάμιλτον, ίσως το διαβάσατε στις εφημερίδες… Πήρε και δυό συναδέλφους μαζί του, το λουλούδι αυτό… Η φωνή της δεν κόμπιαζε καθόλου, όσο διάβαζε έβγαλε άλλο ένα κίτρινο φύλλο απ’ το ντοσιέ και το’φερε μπροστά της, συνεχίζοντας ακάθεκτη.
-Η Κατρίνα Πόσλοντ Μπέικερ έχει εκτίσει ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονία δεύτερου βαθμού, στις Πολιτειακές Φυλακές του Ουισκόνσιν, στη Μιννεάπολη, κύριε Χάμιλτον. Καταζητείται ήδη από 1η Ιουνίου 1963 σε τρεις πολιτείες για συμμετοχή σε δύο ληστείες τραπεζών και δύο Ταχυδρομείων, με τη συμμορία του συζύγου της — του μακαρίτη Μπέικερ… Η Αρχιφύλακας διέκοψε την ανάγνωση και σήκωσε το βλέμμα της. Η άδεια καρέκλα απέναντί της έμοιαζε να της χαμογελάει ειρωνικά. Ξεφύσηξε δυνατά, έβαλε τις κίτρινες σελίδες απρόσεκτα μέσα στο ντοσιέ, και το απίθωσε στην καρέκλα. Σώριασε πάνω του όλα τα χαρτιά που είχε αποσύρει λίγη ώρα πριν. Με το ένα χέρι, έστρωσε το μαλλί της πίσω. Μετά, έσκυψε πάλι στη δουλειά που η επίσκεψη του κυρίου Χάμιλτον είχε προσωρινά διακόψει, σφυρίζοντας χαμηλόφωνα, ανάμεσα στα δόντια της:
-Άντρες… μαλάκες όλοι τους. Χαμένα κορμιά.
[Το κείμενο αυτό γράφτηκε για το Σεμινάριο Δημιουργικής Γραφής του Αλέξη Σταμάτη στο Μουσείο Ηρακλειδών. Άσκηση: Αστυνομική Ιστορία πάνω σε μια φωτογραφία.]