Η τελευταία μπουκιά
Αυγούστου 20th, 2011 § 1 σχόλιο

–«Φάε τη μπουκιά σου, ειν’ αμαρτία ν’ αφήνεις το φαΐ σου.» Η φωνή της μάνας δεν άφηνε περιθώρια συζήτησης, συμπυκνώνοντας την εμπειρία απ’ την πείνα της Κατοχής και την επιρροή του θρησκευτικού κηρύγματος εκατοντάδων ωρών κατηχητικού σχολείου. Στο μυαλό της, το γεμάτο πιάτο φαγητού για την οικογένεια αντιπροσώπευε ακόμα (τέλη δεκαετίας του ’60) μια ανεκτίμητης αξίας ποσότητα ιδρώτα και κόπου, καθώς η εργασία του πατέρα, που «κέρδιζε το ψωμί» της οικογένειας, ήταν δύσκολη, συνθλιπτική και σε μεγάλο βαθμό χωρίς εξασφαλίσεις. Δεν υπήρχε χώρος για «ντίβες» στο τραπέζι όσο το μουρουνόλαδο θεωρούνταν απαραίτητο συμπλήρωμα της παιδικής διατροφής: το φαγητό έπρεπε να φαγωθεί όλο. Οι μνήμες ασθενειών σαν τον τύφο, την ελονοσία, τη φυματίωση ήταν ακόμα πολύ νωπές για τη γενιά των γονιών μας και οι επιπτώσεις τους σε λίγο μεγαλύτερους σε ηλικία νέους ανθρώπους άμεσα ορατές σε μας, τα παιδιά. Συνεπώς, η συνθηκολόγησή μου στο ζήτημα της «τελευταίας μπουκιάς», δεδομένη.
Αν θυμάμαι καλά, ο πρώτος συμμαθητής μου για τον οποίο «έπαιζε» η παιδική κοροϊδία «χοντρέλας-βαρέλας», απαντήθηκε κοντά στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Μέχρι τότε, ο τυχόν ιδιαίτερα υπέρβαρος στον οικογενειακό και κοινωνικό περίγυρο ήταν πάντοτε άρρωστος – είχε ζάχαρο ή έκανε θεραπεία για κάποια κακιά αρρώστεια, που τον φούσκωνε και τον έκανε «τόφαλο». Ο Γιαννάκης Ψ. ήταν χοντρός όχι εξαιτίας κάποιας ιατρικής φύσεως κατάστασης, αλλά επειδή έτρωγε υπερβολικά. Ήταν λαίμαργος – και αυτό δεν θα είχε καμιά σημασία αν δεν έβρισκε να φάει τις ποσότητες που επιθυμούσε. Η εποχή της ευμάρειας είχε ξεκινήσει.
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας εκείνης, το μενού στο οικογενειακό τραπέζι άρχισε ν’ αλλάζει, νέα προϊόντα και νέες, πρωτόγνωρες γεύσεις προστέθηκαν, η ποσότητα φαγητού εκτινάχθηκε στα ύψη. Η ανάκαμψη της εγχώριας αγροτικής παραγωγής κατ’ αρχήν (με την επαναδραστηριοποίηση της επαρχίας και το στήσιμο των καναλιών διάθεσης στις πόλεις, όπως λ.χ. των μεγάλων Λαχαναγορών σε Αθήνα και Θεσ/νίκη), αλλά κυρίως οι ευρύτατες εισαγωγές προϊόντων από το εξωτερικό (μόλις τα ισοζύγια της ναυτιλίας, των μεταναστευτικών εμβασμάτων αλλά και δειλά-δειλά του τουρισμού άρχισαν ν’ αποδίδουν), επέτρεψαν στους αστικούς πληθυσμούς να ξεπεράσουν ταχύτατα το «φάντασμα της Πείνας». Και να φτάσουν, πολύ γρήγορα, να βιώνουν το άλλο «άκρο».
Το (κόκκινο) κρέας ήταν ο πρώτος αδιαφιλονίκητος ηγέτης αυτής της σχεδόν βουβής διατροφικής επανάστασης, που αντικατόπτριζε σε μεγάλο βαθμό τις σοβαρότατες αλλαγές στη νοοτροπία και τον τρόπο ζωής της αστυφιλικής πλειοψηφίας των Ελλήνων. Μέσα σε μια εικοσαετία, οι παρουσίες του κρέατος στο οικογενειακό τραπέζι, από την μοναδική εμφάνιση στο Κυριακάτικο μεσημεριανό της δεκαετίας του ’60 έφτασαν να είναι ..αμέτρητες. Σ’ αυτό βοήθησε και η εμφάνιση των πρώτων «ταχυφαγείων» – θυμάμαι το πρώτο ελληνικό τέτοιο, το Γκούντις, να είναι ήδη προτιμώμενος προορισμός της νεολαίας της Θεσσαλονίκης το 1976. Το χάμπουργκερ είχε μπει στη ζωή μας. Σχεδόν ταυτόχρονα μπήκε και η πίτσα, όχι ακριβώς η ιταλική, που αντιστοιχούσε μάλλον στο δικό μας πιτόγυρο ως γρήγορο φαγητό στο πόδι, αλλά αυτή που πλασαρίστηκε ως «καναδέζικη» και καθιερώθηκε ως τρέντι οικογενειακό δείπνο σε ωραία μαγαζιά της Σοφούλη πριν ξεπέσει σε delivery για εύκολο παρεΐστικο έδεσμα ενώπιον της τηλεόρασης.
Αυτά που εκτοπίστηκαν, ήταν κυρίως τα όσπρια και τα λαδερά, εκ των πραγμάτων λιγότερο αγαπητά ως γεύσεις στις νεαρές ηλικίες. Πατάτες γιαχνί, μπριάμ, πατάτες μπλουμ, τουρλού, μπάμιες κοκκινιστές, κολοκυθάκια βραστά και άλλα τέτοια παρέμειναν στο τέλος της διαδικασίας μόνο σε ταψιά μικρών παραδοσιακών μαγέρικων στις φτωχότερες γειτονιές, περιμένοντας το come back τους… (Ακόμα και στα εν λόγω μαγέρικα όμως, η παραγγελία “μισής” ή “ορφανής” μερίδας φαγητού, εξαφανίστηκε.) Στη θέση τους, το οικιακό ψυγείο φιλοξενούσε ολοένα και περισσότερα έτοιμα (κατεψυγμένα) σνίτσελ – μοσχαρίσια και κοτόπουλου, όλο και περισσότερα κατεψυγμένα θαλασσινά (καλαμάρια, σουπιές, χταπόδια), και βεβαίως κατεψυγμένα λαχανικά (που ήταν υπεύθυνα και για την τεράστια σύγχυση και τελικά άγνοια του ποιά ακριβώς είναι τα προϊόντα «εποχής» και τα αντίστοιχα πιάτα της παραδοσιακής ελληνικής κουζίνας). Στο τέλος, τα ψυγεία δεν χωρούσαν πλέον αρκετά και αντικαταστάθηκαν από δίπορτες ντουλάπες Τζένεραλ Ελέκτρικ ή προστέθηκε στο σπίτι ένας καταψύκτης…
Οι αλλαγές αυτές στα της καθημερινής διατροφής συνδέονται φυσικά άμεσα με τις τεράστιες αλλαγές στα εργασιακά και τα οικονομικά ζητήματα της ελληνικής κοινωνίας, κυρίως μετά τη Μεταπολίτευση. Σίγουρα όμως η σημαντικότερη εξέλιξη με άμεσο αντίκτυπο στις διατροφικές συνήθειες της νεώτερης γενιάς ξεκινούν από την καθολική σχεδόν πρακτική της γυναικείας εργασίας. Όταν και οι δυο γονείς εργάζονταν, δεν περίσσευε χρόνος για παραδοσιακά μαγειρέματα! Οι προτεραιότητες της εργαζόμενης μητέρας μετατοπίζονταν φυσιολογικά σε λύσεις εύκολες και γρήγορες. Η άνθιση των delivery και των προ-μαγειρεμένων φαγητών (χέρι-χέρι με την είσοδο των φούρνων μικροκυμάτων στα αστικά σπίτια) αντανακλά ακριβώς αυτό – και είναι μάλλον γεγονός ότι το τελευταίο «ανάχωμα» της παραδοσιακής μαγειρικής, η κατσαρόλα της γιαγιάς που έφτανε με τάπερ στο σπίτι του νέου ζευγαριού και στα πιάτα των εγγονιών, υπέστη ολοκληρωτική ήττα εξαιτίας ακριβώς των «αμερικανοποιημένων» απαιτήσεων των ίδιων των εγγονιών. Κι ας μη μιλήσουμε για την “πέμπτη φάλαγγα” των απωανατολίτικης προέλευσης οικιακών βοηθών της δεκαετίας του ’90 και εντεύθεν, οι οποίες πριόνισαν κάθε δεσμό των νεαρών γόνων με την ελληνική κουζίνα προκρίνοντας τις βολικές γι αυτές λύσεις των «ετοιματζήδικων».
Χωρίς να πέφτουμε στην παγίδα της αγιοποιημένης Παράδοσης (που επελαύνει προς τα πιάτα μας ξανά, μετά από μια δεκαπενταετία περίπου πανάκριβων και συνήθως άνευ ουσιαστικού αντικρύσματος «γκουρμέ» και «έθνικ» προτάσεων πάσης φύσεως που ακολούθησαν τον κορεσμό των προς ίδια κατανάλωση εισαγωγών), διατηρήσαμε στην οικογένειά μας μια μάλλον ισορροπημένη διατροφική προσέγγιση. Βοήθησε πολύ το γεγονός ότι η γιαγιά, η οποία μαγειρεύει σχεδόν καθημερινά, μένει ακόμα μαζί μας. Παρ’ όλα αυτά, προσωπικά ποτέ δεν επέμεινα στο θέμα της «τελευταίας μπουκιάς» με τα παιδιά μου, αντιδρώντας ίσως ασυνείδητα στις πιέσεις που εγώ είχα δεχθεί στην παιδική μου ηλικία. Έπρεπε να φτάσει ο γιός μου σε ηλικία φοιτητή για να διαπιστώσει και ομολογήσει ο ίδιος πόσο νοστιμότερη είναι η σπιτική κουζίνα από τα άνοστα σκουπίδια που είχε ν’ αντιμετωπίσει στα πανεπιστημιακά εστιατόρια και στα “φαστφουντάδικα” της Αγγλίας. Κι ας αφήνει, πάντα, την τελευταία μπουκιά στο πιάτο του.
Πολύ καλό!
Υπάρχουν ακόμα ευτυχώς γιαγιάδες που κάνουν το σπίτι να μοσχοβολά με παραδοσιακά μαγειρέματα. Και έιναι αυτές που ακόμα επιμένουν στη δύναμη της τελευταίας μπουκιάς. Ευτχώς τα παιδιά μου απολαμβάνουν αυτά τα μαγειρέματα αλλά προς απογοήτευση της γιαγιάς αφήνουν πάντα μια τελευταία μπουκιά στο πιάτο, ακολουθώντας τη δική μου συμβουλή.”Ε! Δεν είναι ανάγκη να σκάσει κι όλας”