Νέες συλλήψεις για παιδική πορνογραφία στο διαδίκτυο

Το παραδοσιακό Rolex του αρραβώνα ζήτησε, ένα πλαστικό Swatch έλαβε... Η παροιμιώδης αχαριστία του ευεργετηθέντος. Τουλάχιστον πρόλαβε και πήρε την παρθενιά της νύφης.

Το παραδοσιακό Rolex του αρραβώνα ζήτησε, ένα πλαστικό Swatch έλαβε... Η παροιμιώδης αχαριστία του ευεργετηθέντος. Τουλάχιστον πρόλαβε και πήρε την παρθενιά της νύφης.

Σιγά-σιγά ξεκαθαρίζει το τοπίο. Χθες συνέτρωγα με ολίγα (πολύ) υψηλόβαθμα στελέχη του επόμενου πρωθυπουργού, στην οικία (πολύ) υψηλόβαθμου συμβούλου του νυν πρωθυπουργού. Αν και δεσμεύομαι να μην αναφέρω ονόματα αλλά και να παραποιήσω ελαφρώς τις πληροφορίες (ξεκάρφωμα), για πρώτη φορά κατανόησα το ντελικάτο σχέδιο των δύο αρχηγών. Οι σημερινές εξελίξεις με το άδειασμα Σημίτη επιβεβαίωσαν τα όσα οι συνομιλητές μου διαβεβαίωναν. Θα χρησιμοποιήσω το φορμά των ερωταποκρίσεων, τόσο για να σας βάλω στο κλίμα του ντιμπέιτ, όσο και για να κάνω εξάσκηση για ένα σενάριο που γράφω. Στο ρόλο του χαζού ψηφοφόρου, εγώ (ήμασταν τρεις, αλλά οι άλλοι δύο δεν έχουν facebook profile οπότε παίρνω όλη τη δόξα).

Χαζός Ψηφοφόρος: Και το θεωρείτε σοβαρό να γίνει ο Γιωργάκης πρωθυπουργός;
Σύμβουλος ΓΑΠ: Ο Γιωργάκης αποδείχτηκε σούπερ κωλόφαρδος σε τρεις περιπτώσεις: (α) απ’ το τρέξιμο και το άγχος, τον έπιασε κόψιμο τον Βενιζέλο στο Ζάππειο και τα είπε πολύ γρήγορα, στο τέλος δεν ήξερε τι έλεγε, κι έγραψε άσκημα στο γυαλί, σα δρακουμέλ, ενώ απλώς χεζόταν ο άνθρωπος (β) η μόνη κλινική που δέχτηκε ν’ αναλάβει τον Κωστάκη για το θέμα του βάρους και της βουλιμίας βρίσκεται στη Νεβάδα, όπου και αγόρασε ράντσο με καλή σύνδεση στο internet -ταφ 2- να παίζει επιτελους WoW χωρίς lag και (γ) η καινούργια γκόμενα του Αλαβάνου του απαγόρεψε ν’ ασχολείται με τα πολιτικά γιατί παθαίνει κρίσεις και δε φτάνουν ούτε πέντε viagra να του σηκωθεί…
Σύμβουλος ΚΚ: Μαλακίες! Κωλόφαρδος είναι σίγουρα αλλά αυτά που λες είναι παπαριές. Πρώτα γλύτωσε εκείνη τη φορά που έβαλε το κεφάλι του στην πόρτα, στο Υπουργικό Συμβούλιο τη στιγμή ακριβώς που στηριζόταν πάνω της ο Πάγκαλος, στο τσακ τον γλύτωσε το λαιμό του. Μετά, τότε με το ποδήλατο, Άγιο είχε που το Ναβάρα που ακολουθούσε το οδηγούσε ο Νικοπολίδης, γάτος ο Νικοπολίδης, έπεσε αμέσως στην πορεία της κεφάλας του Γιωργάκη, ανακλαστικά, καταλαβαίνεις, αλλά δεν το’πιασε, σύριζα πέρασε! [γελάκια] Σύριζα!
Σύμβουλος ΓΑΠ: Σιγά μην το’πιανε ο τρύπιος! Όταν τον είχαμε στο τριφύλλι…
Σύμβουλος ΚΚ: Σιλάνς βαζέλα! Και τις προάλλες, όταν χάθηκε με το καγιάκ, και αμόλησαν τον ξιφία οι άλλοι που παρακολουθούσαν, βρέθηκε ο ψαράς, παλιός παπανδρεϊκός, και τον έβγαλε!
Σύμβουλος ΓΑΠ: Γεννηματικός ήταν ο ψαράς, μακρυνός θείος της γυναίκας του Γεννηματά… απ΄τη Σύμη…
Σύμβουλος ΚΚ: Ό,τι ήταν, χέστηκα. Και τους ξέφυγε ο ξιφίας και την πλήρωσε η κακομοίρα η άλλη, η “λουόμενη” τις προάλλες… Το λαγοπόδαρο έχει ο Γιωργάκης…
Σύμβουλος ΓΑΠ: Έλα ρε συ, σιγά. Δεν είναι κακός, αφού τον ξέρεις…
Σύμβουλος ΚΚ: Τα ίδια σκατά είναι όλοι τους! Τι να ψηφίσεις με τέτοιους παπάρες, μου λες;
Σύμβουλος ΓΑΠ: Ρε συ, θα μας μουρλάνεις! Ψηφίζεις ακόμα;
Σύμβουλος ΚΚ: Είχα μια ξαδέρφη υποψήφια το επτά αλλά έφυγε και πήγε στους Οικολόγους… τι να κάνω, σόι είναι…
Σύμβουλος ΓΑΠ: [γελώντας] Οικολόγρια!!! μπρφφφφφφχαχα…
Σύμβουλος ΚΚ: [χοντρομπουκώνει πάπια τυλιχτή απ' το Saipan] χργγγρφμ… χαχρφμμ…
Χαζός Ψηφοφόρος: Καλά, θα με κουφάνετε εσείς! Πώς διάολο θα κυβερνήσει ο Γιωργάκης; Πώς θα καταρτίσει προϋπολογισμό, εεε;
Σύμβουλοι (μαζί): [πνίγονται στα γέλια, μπουκωμένοι, κι εκτοξεύουν αλατιέρα και αναπτήρα προς το μέρος μου - αστοχούν] Χαχραχρουμχαχαγκλουπ….
Χαζός Ψηφοφόρος: Αυτό έχετε να δηλώσετε; Μαλάκες!
Σύμβουλος ΓΑΠ: [σοβαρεύει] Ο μαλάκας είσαι εσύ! Τι προϋπολογισμούς και κουραφέξαλα ονειρεύεσαι;
Σύμβουλος ΚΚ: [αγριεμένος] Δεν έχεις καταλάβει ωρέ όρνιο ότι αυτός είναι ο λόγος που γίνονται εκλογές;
Χαζός Ψηφοφόρος: [χαζεμένα] Ε;
Σύμβουλος ΓΑΠ:Τι “ε” και “ξε-ε” μωρέ; Νομίζεις ότι μπορεί κανείς να συντάξει προϋπολογισμό σ’ αυτό το μπουρδέλο; Είσαι εντελώς χαζός;
Σύμβουλος ΚΚ: Αν μπορούσε ο Παπαθανασίου, γαμώ την τύφλα του, θα τρέχαμε τώρα σε εκλογές;
Χαζός Ψηφοφόρος: ..και η Λούκα; και το Όραμα ΠΑΣΟΚ;
Σύμβουλοι (μαζί): [τσιρίζουν πανευτυχείς] Αααααααα η Λούκα!!! [τραγουδάνε] Λούκα, Λούκα πού είσαι Λούκαααααα… τραλαλααααλλαααα….
Σύμβουλος ΓΑΠ: [σκαζμένος στα γέλια] Άκου να μαθαίνεις παλληκάρι μου… Θα πάρουμε 149 έδρες…
Σύμβουλος ΚΚ: [διακόπτει] 148!
Σύμβουλος ΓΑΠ: [θυμωμένα] Αφού ξέρεις το πρόβλημα με την Α’ Πειραιώς!
Σύμβουλος ΚΚ: [συναινεί] Καλά, καλά… 149.
Σύμβουλος ΓΑΠ: Δεν έχει και σημασία… οι τρείς καμπαλέρος αρκούν και θ’ αναλάβει η Λούκα να συντάξει προϋπολογισμό… χιχιχιχι…
Χαζός Ψηφοφόρος: Καμπαλέρος; Τι καμπαλέρος;
Σύμβουλος ΚΚ: Εσύ είσαι ντιπ για ντιπ αγόρι μου. Καμπαλέρος. Στηρίγματα. [κάνει χειρονομία] Ψήφος εμπιστοσύνης! Γκέγκε;
Σύμβουλος ΓΑΠ: Μέχρι τα Χριστούγεννα θάχει λήξει το παρτάκι. Κανείς δε μπορεί να κλείσει προϋπολογισμό! Τομπούλο η Λούκα!
Σύμβουλος ΚΚ: Χωρίς Χριστοδουλάκη, χωρίς Αλέκο Παπαδόπουλο…
Σύμβουλος ΓΑΠ: ..χωρίς Παπαντωνίου…
Σύμβουλος ΚΚ: [πηδάει απάνω] Να σας χαρίσουμε τον Αλογοσκούφη!! [τρανταχτά γέλια]
Σύμβουλος ΓΑΠ: Να λείπει! να λείπει! Έχουμε Χαρδούβελη! Έχουμε Στουρνάρα! Έχουμε Καραμούζη!
Σύμβουλος ΚΚ: [χειροκροτάει, πανευτυχής]
Σύμβουλος ΓΑΠ: Και τους κρύβουμε καλά!! Μακρυά απ’ τη Λούκα!
Χαζός Ψηφοφόρος: [παγωμένος] Και… και τι θα γίνει τα Χριστούγεννα;
Σύμβουλοι (μαζί): Αναδιάταξη! Αναδόμηση! A-να-γέ-ννη-ση!

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_2_11/09/2009_328932

Οι αφισοκολλητές του facebook

Το ιδανικό γραφείο του ηλεκτρονικού αφισοκολλητή πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης.

Το ιδανικό γραφείο του ηλεκτρονικού αφισοκολλητή πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης.

Οι καιροί αλλάζουν. Είχα ανεβάσει παλιότερα ένα ποστ στο blog για τους αφισοκολλητές των φοιτητικών μου χρόνων και πώς κάποιοι απ’ αυτούς αργότερα “εξαργύρωσαν” τις κρύες νύχτες που έτρεχαν με τις βούρτσες και τους τσιλιαδόρους για μια καρέκλα στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Μεταξύ μας αναπτύχθηκε σταδιακά μια απόσταση, ένα ψύχραμα, παρά το γεγονός ότι τη νεανική μας φιλία ποτέ δεν τη “χαλάσαμε”. Σήμερα, επανέρχομαι σ’ ένα αντίστοιχο φαινόμενο που βιώνουμε καθημερινά στους ιστότοπους κοινωνικής δικτύωσης, όπως το facebook. Κάποια στιγμή πριν από μήνες είχα παρομοιάσει το facebook με τα καφέ που συχνάζαμε παλιά, επισημαίνοντας τις πολλές θετικές πλευρές που η τεχνολογική πρόοδος πρόσθεσε στην επικοινωνία μεταξύ ανθρώπων. Πέρα απ’ την ασύγκριτη ζεστασιά του βλέμματος ή του χαδιού που φυσικά δεν διαθέτουν, οι ηλεκτρονικές λεωφόροι προσφέρονται για ευρύτατη κοινωνικοποίηση. Για χιούμορ, για φλερτ, για κοινωνικές γνωριμίες ή ακόμα και για πολιτικές τοποθετήσεις και σχολιασμό. Έχοντας μάθει πόσο αποτελεσματικό μπορεί να φανεί το internet από μια πολιτική καμπάνια όπως του Ομπάμα, οι εγχώριοι μιμητές κατέκλυσαν το μέσο, μάλλον ασυγκράτητοι και οπωσδήποτε αγνοώντας ή παραβιάζοντας κάθε έννοια δεοντολογίας (netiquette). Σημειώνω ότι δεν αναφέρομαι σε “τακτικούς” μπλόγκερς, δημοσιογράφους ή μη-δημοσιογράφους που αναρτούν άρθρα ή αναπαράγουν άρθρα από τα παραδοσιακά μέσα. Τα σχόλια αφορούν κατά κύριο λόγο μη επαγγελματίες του γραπτού λόγου που έχουν μια (υπερφουσκωμένη) κομματική ταυτότητα.

Αν οι τοίχοι και οι κολώνες της ΔΕΗ διαθέτουν πεπερασμένο εμβαδό το οποίο έθετε τα όρια της κλασικής αφισοκόλλησης, το internet είναι ο παράδεισος του ηλεκτρονικού αφισσοκολητή. Δεν έχει τέλος. Ή τουλάχιστον, έτσι το βλέπει ο αφισοκολλητής. Χωρίς να υπεισέλθουμε σε διαδικασίες ταξινόμησης (αν μιλάμε δηλαδή για “κομματόσκυλο”, επίδοξο στέλεχος, υποψήφιο πολιτευτή ή απλό οπαδό), υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής που χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά του: πιστεύει ακράδαντα ότι η κομματική του επιλογή είναι η μόνη ορθή και έχει κάνει τάμα να ξεμπροστιάσει τα αίσχη των αντιπάλων κομμάτων. Για να επιτύχει το σκοπό του, χρησιμοποιεί όλα τα μέσα που του παρέχουν οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης (facebook, twitter, friendfinder) και φυσικά ως πρωτογενές υλικό επιλέγει ελεύθερα από το πλούσιο περιεχόμενο του internet (blogs, portals, ειδησεογραφικά sites, feeders και aggregators). Eπιπλέον, συμμετέχει και σε μια ευγενή άμιλα με ομοϊδεάτες του. Υπάρχει ένα ανταγωνιστικό πάθος σε σχέση με το ποιός θα βγάλει πρώτος το σχόλιο, ποιός θα εντοπίσει πρώτος την τελευταία γκάφα του αντιπάλου, ποιός θα κινητοποιήσει τις μάζες αποτελεσματικότερα. Αυτό απλώς πολλαπλασιάζει τον θόρυβο (και, καθώς η επιφάνεια κάθε οθόνης είναι επίσης πεπερασμένη), στέλνει απλώς τις αναρτήσεις στα αθέατα “older posts” ταχύτερα.

Κομματικά, η συντριπτική πλειοψηφία των αφισοκολλητών στηρίζουν την (σημερινή) αξιωματική αντιπολίτευση. Αυτό είναι λογικό, καθώς υπάρχει απτός λόγος δραστηριοποίησής τους: η προοπτική να είναι πολύ σύντομα κυβέρνηση (και άρα να απολαύσουν ενδεχομένως κάποια ανταποδοτικά ωφελήματα εξ αιτίας της θετικής κομματικής τους παρουσίας και στο διαδίκτυο). Δεν έχω πετύχει ως τώρα κάποιον που να τάσσεται αναφανδόν υπέρ της κυβέρνησης. Αυτό δεν είναι περίεργο, αφ’ ενός γιατί θέλει πολύ κουράγιο να σηκώνει κάποιος τη σημαία μιας τέτοιας κυβέρνησης [εκτός κι αν είναι ανώτερο κυβερνητικό στέλεχος, τέτοιοι όμως δεν περιλαμβάνονται στις γνωριμίες μου και άρα δεν βλέπω τι μπορεί να κάνουν στο facebook], αφ’ ετέρου διότι έχει επικρατήσει αυτή η πολιτικά απαράδεκτη τρομοκρατία της λέξης “Δεξιά/δεξιός” η οποία εκτοξεύεται σαν ύβρις και δυναμιτίζει οποιονδήποτε καλώς εννοούμενο διάλογο. Δεν γνωρίζω κανέναν που να ισχυρίζεται ότι είναι “δεξιός”. Γνωρίζω πολλούς ψηφοφόρους της Ν.Δ. αλλά όλοι, όταν ερωτηθούν, δηλώνουν κεντρώοι ή φιλελεύθεροι. Ο μπαμπούλας της λέξης “Δεξιά” όμως τους αποτρέπει από το να αφισσοκολούν ηλεκτρονικά -τουλάχιστον συστηματικά. Είναι μια παλιά σημειολογική “νίκη” της Αριστεράς την οποία χρησιμοποιεί άκρατα (και άκριτα) σήμερα ο κάθε δραστήριος αφισοκολλητής του ΠΑΣΟΚ.

Ο καλός αφισοκολλητής δεν κοιμάται ποτέ. Ή κοιμάται, αλλά ο feeder του δουλεύει. Το μάτι του έχει εξασκηθεί να εντοπίζει την κατάλληλη είδηση και το μυαλό του είναι πλήρες κομματικών τσιτάτων ώστε να προσθέσει τον κατάλληλο τίτλο ή το κατάλληλο σχόλιο και να την “κομματικοποιήσει”. Αυτή η διαδικασία ενίοτε περιλαμβάνει και διαστρέβλωση, αλλά γίνεται “για το καλό του τόπου” ή “για να φύγει η Δεξιά”. Γνωρίζει τους αρθρογράφους των φίλα προσκείμενων εφημερίδων και τι μπορεί να περιμένει από αυτούς. Εντοπίζει ακόμα τυχόν αμέλειες των αντιπάλων και τις μεγεθύνει όσο μπορεί. Η μεγάλη του επιτυχία είναι η πρωτιά σε ξενόγλωσση (άρα δήθεν “αντικειμενικότερη”) πηγή που μπορεί να χρησιμοποιήσει προς όφελος του κομματικού marketing. Πέραν του πρωτογενούς υλικού, ο αφισοκολλητής φροντίζει και για την προβολή των αναρτήσεων του αλλά και για την (αμοιβαία) στήριξη αναρτήσεων ομοσταύλων αφισοκολλητών. Βάζει σχεδόν πάντα το πρώτο “Ι like” στα posts του (κάτι το οποίο εκτός από βλακώδες είναι και γελοίο, αλλά βοηθάει στο να μαζέψει το post “πόντους” για να εμφανίζεται στις οθόνες άλλων χρηστών) και καθημερινά κάνει μια βόλτα ώστε να δώσει “likes” στους κομματικούς του φίλους. Το ίδιο περιμένει να κάνουν κι αυτοί. Και το κάνουν. Και κάτι ακόμα: ο αφισοκολλητής δεν αφήνει τα posts του στην τύχη τους. Καραδοκεί και απαντά σε κάθε σχόλιο, καμιά φορά δε διαγράφει κι ένα ανεπιθύμητο σχόλιο…

Σε ποιούς απευθύνονται οι αφισοκολλητές; Εδώ η υπόθεση έχει γέλιο. Εκ της δομής του facebook απευθύνονται πρωτίστως στους “φίλους” τους. Βεβαίως οι δημοσιεύσεις μέσω notes είναι ορατές στον οποιονδήποτε, αν αυτό επιλέξει ο χρήστης. Ένας βομβαρδισμός όμως από “αφίσες” τέτοιου τύπου ενεργοποιεί το ανακλαστικό “hide” οπότε ο κόπος του αφισοκολλητή πάει χαμένος: δεν εμφανίζεται στις οθόνες αυτών που επιδιώκει να επηρρεάσει! Θα περίμενε λοιπόν κανείς (α) να τηρεί ο καλός αφισσοκολητής τα προσχήματα και να αφισοκολλά με μέτρο, αλλά και (β) να διευρύνει με ασταμάτητες προσκλήσεις τον αριθμό των “φίλων” του. Ε, τίποτα απ’ τα δύο δεν συμβαίνει. Εκτός του ότι οι αφισοκολλητές είναι πραγματικά ασυγκράτητοι, επιλέγουν να διαγράφουν όσους διαφωνούν μαζί τους ή με την πρακτική τους! Καταλήγουν λοιπόν να απευθύνονται μόνο στους ομόσταυλους τους, ή έστω και σε κάποιους που δεν χρησιμοποιούν το facebook τόσο πολύ ή τόσο συχνά και δεν αντιδρούν. Φανταστείτε το ισοδύναμο μιας αφισοκόλλησης δρόμου: το ΚΚΕ να σηκώνει πανώ μόνο στον Περισσό, γύρω απ’ το σπίτι του Λαού. Φοβερή διεισδυτικότητα καμπάνιας. (Μπερδεγουέη, το ΚΚΕ δεν αφισοκολλά στο facebook. Ή δεν έχω φίλους ΚΚΕ. Καλά να πάθω.)

Προσωπικά, δεν έχω αντιπαρατεθεί με αφισοκολλητές. Είναι καλοπροαίρετα παιδιά κατά βάθος. Ίσως να τους λυπάμαι λίγο, αλλά δεν τους το είχα πει έγκαιρα. Εκεί γύρω στις ευρωεκλογές τα είχα πάρει λίγο διότι δεν άντεχα να διαβάζω την κακοποίηση των αριθμών των αποτελεσμάτων (διάολε, ο αριθμός των ψήφων είναι απόλυτος!), αλλά ηρέμησα καθώς όσα αναρτώ είναι συνήθως χιουμοριστικά και βάλλουν κατά πάντων. Αυτό πιθανώς να ξεγέλασε μερικούς αφισοκολλητές που έσπευσαν να με κάνουν “φίλο” αλλά γρήγορα με κατέταξαν στους ανεπιθύμητους που δεν σέβονται τον Αρχηγό τους και με μπλόκαραν(!). Εν πάσει περιπτώσει, δεν κάνω δωρεάν ψυχανάλυση σε κανέναν. Όλοι κάποια στιγμή θα βρούν το δρόμο τους και θα σηκωθούν απ’ τη λεκάνη τους. Εγώ στο μεταξύ, πάω σε μια συγκέντρωση του ΠΑΣΟΚ.

Εορταστικό Διήμερο στην Κέα

Εορταστικό διήμερο για την διάσωση του αρχαίου πύργου Αγίας Μαρίνας Κέας

keaamarina

• Ελληνική Εταιρεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού (τηλ. 22880-21500) http://www.ellet.gr
• ΣΚΑΪ
• ΔΗΜΟΣ ΚΕΑΣ

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 4 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2009

20:00 Πανσέληνος: μουσική βραδιά κοντά στον Πύργο με την ευγενική συμμετοχή της Ευανθίας Ρεμπούτσικα, του Παναγιώτη Καλαντζόπουλου και του Ανδρέα Συμβουλόπουλου.

ΣΑΒΒΑΤΟ 5 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2009

09:30-11:30 Ξεναγήσεις και εγκαίνια αρχαίου μονοπατιού που καταλήγει στον Πύργο από τον Jack Davis, Διευθυντή της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα και τον Ανδρέα Μουζάκη, Παραγωγό Τοπικών Προϊόντων και Εδεσμάτων. Το μονοπάτι έχει αποκατασταθεί με πρωτοβουλία της Νομαρχίας Κυκλάδων. Ο Δήμος Κέας θα κοινοποιήσει την υιοθεσία του μονοπατιού από σχολείο του νησιού.

18:30-21:00 Δημοπρασία έργων του Αλέκου Φασιανού καθώς και έργων που προσέφεραν καλλιτέχνες του νησιού. Η δημοπρασία θα διεξαχθεί από τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη στην Γκαλερί Μαρίνα Κέας στο Βουρκάρι.

Θα προηγηθούν αφήγηση παραμυθιού για τον Πύργο από τον κ. Γιώργο Ευγενικό, Πρόεδρο Πολιτιστικού Συλλόγου Κέας “Σιμωνίδης Ο Κείος” και Πρόεδρο Κέντρου Μελέτης και Διάσωσης Μύθων και Παραμυθιών και χαιρετισμοί από τους επίσημους προσκεκλημένους.

21:30 Πανηγύρι με την προσφορά ντόπιων μουσικών στην αυλή του Νηπιαγωγείου Βουρκαρίου. Το πανηγύρι θα γίνει υπό την αιγίδα του Δήμου Κέας σε συνεργασία με τον Πολιτιστικό Σύλλογο Κέας «Σιμωνίδης Ο Κείος» και το Σύλλογο Γυναικών «Η Μελίτη» που θα διοργανώσει παραδοσιακούς χορούς. Για το πανηγύρι θα μαγειρέψουν παραδοσιακές συνταγές: ο Σύλλογος Γυναικών «Η ΜΕΛΙΤΗ», ο Σύλλογος Φίλων Κέας, ιδιώτες και εστιάτορες του νησιού.

Κωλοτούμπες στο τηγάνι

AnitaDVD

Σιγυρίζω λίγο πριν ξεκινήσω τα διαδικαστικά για την ολοκλήρωση του επόμενου βιβλίου μου (ως γνωστόν, προτίμησα να εκδόσω απευθείας το τέταρτο βιβλίο μου ώστε να αποφύγω τα δεινά του πρωτόλειου, του sequel και του “ποιοτική στροφή του συγγραφέα” – ή μήπως τα μπερδεύω κι αυτά αφορούν μόνο άλμπουμ τραγουδοποιών;)… Τίτλο δεν έχω πρόβλημα να βρω, θα είναι κάτι δυσμετάφραστο (ώστε να βγει με άλλο τίτλο στα ισπανικά, με άλλο στα ρώσικα και με άλλο στα κινέζικα) που ηχητικά να φέρνει σε κωλοτούμπα ή τσιρτσίρισμα μπαρμπουνιών στο καυτό λάδι ή κλάμα μωρού λύκαινας, ενώ είναι πιθανό να υιοθετήσω μια μποστική ανορθογραφία που θα παραπέμπει στα διπλά ή τριπλά νοήματα και θα καταδεικνύει τον γλωσσικό πλούτο κλπ κλπ.

Στις σύντομες διακοπές αυτού του καλοκαιριού (ο θεός να το κάνει) προσπάθησα να ονειρευτώ λίγο απ’ την πλοκή και στάθηκα τυχερός. Καθώς (α) έχω προχωρήσει στη συγγραφή και (β) δε φοβάμαι τυχόν κλέφτες ιδεών, παραθέτω το βασικό κορμό:
- Κεφ. Α: Το πλοίο της γραμμής αναχωρεί απ’ το νησί Χ για το νησί Ψ
- Κεφ. Β: Το πλοίο της γραμμής καταπλέει στο νησί Ψ απ’ το νησί Χ
- Κεφ. Γ: Το πλοίο της γραμμής αναχωρεί απ’ το νησί Ψ για το νησί Χ
- Κεφ. Δ: Το πλοίο της γραμμής καταπλέει στο νησί Χ απ’ το νησί Ψ
- Κεφ. Ε: Το πλοίο της γραμμής δεν πάει πουθενά (έχει απαγορευτικό)
- Επίλογος: Χωρίς πλοίο (βγήκε απ’ το νηογνώμονα)

Οι χαρακτήρες (μέχρι στιγμής): Λοστρόμος, Ναυτόπαις (Μούτσος), Επιβάτης Α, Επιβάτης Β, Οδηγός νταλίκας, παιδί με ποδήλατο, Λιμενικός, Καφετζής, Πράκτορας Εισιτηρίων, Γαλανομάτα με σακίδιο, Παπα-Διονύσης, φτωχός συγγενής, παρέα μεθυσμένων.

Έχω ένα θεματάκι στο τέταρτο κεφάλαιο, εκεί που η νταλίκα λυώνει κατά λάθος το παιδί με το ποδήλατο (κι αυτό, γονείς δεν έχει; τι το αφήνουνε να τργυρνάει μεσ’ το λιμάνι;), στους διαλόγους μεταξύ λιμενικού και γαλανομάτας με σακίδιο. Κάθε βοήθεια δεκτή. Θα σας μνημονεύσω και στα κρέντιτς.

Κυνοφιλία και Ερωτισμός στο έργο του G. Bataille

idontgo Είχα την (καλή) τύχη να φύγω απ’ την Ελλάδα για σπουδές στο εξωτερικό ευθύς μόλις τελείωσα το Λύκειο. Ήταν η εποχή της άκρατης πολιτικοποίησης που ακολούθησε τη μεταπολίτευση – πιο συγκεκριμένα, ήταν η εποχή της στροφής όλου αυτού του νεανικού, παθιασμένου ενθουσιασμού που διακατείχε τους πάντες μετά από μια επταετία επώδυνης φίμωσης προς την κομματικοποίηση. Το μεγάλο κομμάτι του λαού (και κυρίως της νεολαίας) που διψούσε για σαρωτικές αλλαγές και την όπως εννοούμενη εφαρμογή των δημοκρατικών διαδικασιών σ’ ολόκληρο το φάσμα των κοινωνικών, εργασιακών και πολιτικών δομών, ένοιωθε να περιορίζεται από τις παραδοσιακές επιλογές και την μετριοπαθή προσέγγιση των κυβερνήσεων Καραμανλή. Η “Αριστερά”, κατακερματισμένη αλλά ζωντανή, έψαχνε δρόμους να συναντήσει το λαϊκό ‘ζητούμενο’ μέσα από ενωτικούς και συμμαχικούς εκλογικούς σχηματισμούς, αλλά μάλλον ψαχνόταν υπερβολικά στο ιδεολογικό επίπεδο. Το ΠΑΣΟΚ φάνταζε η πλέον έντιμη υπόσχεση: πατούσε γερά πάνω στο ‘πτώμα’ του κεντρώου χώρου ενώ ρητορικά πλαγιοκοπούσε την αδύναμη ν’ αρθρώσει στοχευμένο λόγο Αριστερά. Με την ένταξη στην ΕΟΚ, η ευρωπαϊστική ‘δάδα’ του Καραμανλή έμοιαζε να είχε κλείσει τον κύκλο της και η λάμψη του ήλιου του Αντρέα επισκίασε τα πάντα.

Για όσους τα παρακολουθούσαν όλα αυτά, απ’ το ‘77 μέχρι το ‘87 περίπου, από μακρυά, ο παλμός και η δυναμική των εξελίξεων μπορούσαν να φτάσουν κυρίως μέσα απ’ τα συνθήματα: τους τίτλους των εντύπων (εφημερίδων, περιοδικών, φυλλαδίων, προκηρύξεων), τις προφορικές αναμεταδόσεις των επισκεπτών, των δημοσιογράφων, των οπαδών. Θυμηθείτε: “Ανήκομεν εις την Δύσιν”, “Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες”, “ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο Συνδικάτο” – αλλά και “Βυθίσατε το Χόρα”, “Η εφημερίδα που γκρέμισε τον Καραμανλισμό” ή ακόμα “Μήπως είστε ΚΟΔΗΣΟ και δεν το γνωρίζετε;” — εμείς, οι (τυχαία) θεωρητικοί των πολιτικών και κοινωνικών επιστημών, τα απορρίπταμε όλα ως τριτοκοσμικό πολιτικό μάρκετιγκ κακής ποιότητας. Διαβάζαμε Γκράμσι και Πουλαντζά και Αλτουσέρ ή Χάμπερμας και τη Σχολή της Φραγκφούρτης, θαυμάζαμε τον Μπερλινγκουέρ, απογοητευόμασταν με τα σχίσματα της ελληνικής Αριστεράς. Περισσότερο απ’ όλους μας την έδιναν οι αδαείς ‘φανατίλες’, τα “κομματόσκυλα” που εμφανίστηκαν με κομματικές βίβλους αλλά χωρίς το “δικό μας” κριτικό θεωρητικό υπόβαθρο. Πλειοψηφούσαν συντριπτικά τα κομματόσκυλα της αντιπολίτευσης (στις εκλογές του 81 γνωρίσαμε τους ‘πρασινοφρουρούς’). Θες τα διαβάσματα, θες το περιβάλλον, ποτέ δεν είδαμε τα κόμματα (ειδικά τα μεγάλα κόμματα) με καλό μάτι. Κύρια πηγή ενημέρωσής μας ήταν το “Αντί” που έστελναν φίλοι ταχυδρομικά κάθε δεκαπενθήμερο. Λόγω επιστημονικού αντικειμένου και απόστασης, ξενυχτούσαμε σε θεωρητική κριτική κατά του συνολικού συστήματος και δε βρίσκαμε έρεισμα (δηλ. άμεσο όφελος) να ενταχθούμε σε κάποια “παράταξη”.

Στο μεταξύ, παλιοί φίλοι και παλιοί συμμαθητές που είχαν μείνει στην Ελλάδα και μεγάλωναν στα ελληνικά πανεπιστήμια μας πλεύριζαν στις διακοπές, αγνώριστοι. Κάποιοι μας ζητούσαν τεχνογνωσία (!) και εξοπλισμό, κυρίως τα τότε παράνομα walkie-talkies. Ανήκαν σχεδόν όλοι σε ομάδες αφισοκολλητών ή περιφρούρησης αφισοκολλήσεων, δράσεων που φάνταζαν κάπως “ηρωικές” στα μάτια μας (έπεφτε αρκετό ξύλο τις νύχτες), αλλά που γρήγορα αποκαλύπτονταν απλώς απαραίτητες για την ανέλιξη στις τοπικές κομματικές ιεραρχίες. Οι δυό κοντινότεροι σε μένα παλιόφιλοι αφισομάστορες έτυχε να υπηρετούν αντίπαλα ‘αστικά’ κόμματα. Τους περιγελούσα. Ποτέ τους δε μου αντιμίλησαν επί του θεωρητικού, έσφιγγαν τα χείλη και τώρα είμαι σίγουρος ότι μέσα τους μ’ έβριζαν ονειροπόλο και χαμένο κορμί. Αργότερα, τα κόμματα που τόσο παθιασμένα είχαν υπηρετήσει με τις βούρτσες και τις αλευρόκολλες, τους αναγνώρισαν τα “μάχιμα” χρόνια προϋπηρεσίας: ο ένας έγινε Eιδικός Γραμματέας (Υπουργείου), ο άλλος Διοικητής (μικρής κρατικής) Τράπεζας. Και οι δυό με βοήθησαν επαγγελματικά αλλά ποτέ, ποτέ δεν έκαναν παρέα μαζί μου. Φαντάζομαι τους αρκούσε να μου δείξουν έμπρακτα πως η υποταγή στην κομματική γραφειοκρατία τους έκανε κοινωνικά ανώτερους απ’ την όποια “ελευθερία επιλογών” μου ψευτοπαρείχε η εμμονή μου να παίζω εκτός συστήματος. Είν’ αλήθεια, αυτοί απέκτησαν Πόρσε και Audi TT και κυκλοφορούσαν “μοντέλες” σε χαϊχλίδογλου θέρετρα, στο Αιγαίο και τις Άλπεις. Δεν έχει σχέση που εσωκομματικές τραμπάλες τους έβγαλαν καποια στιγμή (και τους δύο) στην απ΄έξω, αλλά πιστεύω ότι εμένα μ’ αγαπάνε πολλοί περισσότεροι άνθρωποι.

“Θα διηγόμασταν όλη μας τη ζωή αν καταγράφαμε όλες τις πόρτες που κλείσαμε, που ανοίξαμε, όλες τις πόρτες που θα θέλαμε να ξανανοίξουμε.” (G. Bachelard, μέσω Γρ. Πασχαλίδη)

Σεξουαλικές νευρώσεις δενδρολάγνων

Παίζει η φωτιά και κερδίζει σε 4 ημέρες. (Photo: John McColgan)

Παίζει η φωτιά και κερδίζει σε 4 ημέρες. (Photo: John McColgan)

Τα πεύκα είναι (ήταν!) πολλά. Οι χαράδρες είναι δύσβατες. Τα μελτέμια είναι ισχυρά και απρόβλεπτα. Να συμπληρώσουμε τα αυτονόητα του κυβερνητικού εκπροσώπου: τα δάση της Αττικής (όσο υπήρχαν) ήταν σε κακό χάλι. (Το δήλωσε ανερυθρίαστα ο πρόεδρος των Δασολόγων Δημοσίων Υπαλλήλων πριν τις πυρκαγιές.) Πέρα από τα αυθαίρετα κτίσματα (βίλες με πισίνες ή καλύβια με ελενίτ, κι απ’ τα δύο είδη είδαμε στη διάρκεια των κατασβέσεων) που έχουν (μαγικά!) “φυτρώσει” μέσα, δίπλα και γύρω απ’ τα δάση, τα δάση είναι σε κακό χάλι διότι δεν υπάρχει μέριμνα καθαρισμού και ανανέωσης του πληθυσμού τους, δεν χαράσσονται αντιπυρικές ζώνες και δρόμοι πρόσβασης πλάτους αναλόγου των ειδικών συνθηκών που χαρακτηρίζουν την περιοχή (δηλ. άνεμοι και κουκουνάρια), δεν υπάρχουν κονδύλια και πρόβλεψη για επαρκές και κατάλληλο ανθρώπινο δυναμικό, δεν εκπαιδεύονται οι κάτοικοι (και κυρίως οι τοπικοί άρχοντες), δεν λειτουργεί κεντρικό σύστημα παρακολούθησης και συντονισμού, δεν.. δεν.. δεν.

Αν κατόρθωνε κάποιος, νηφάλια, να συλλέξει τις ψηφίδες του παζλ θα διαπιστώσει ότι στη χώρα αυτή δεν λειτουργεί η Δασική Υπηρεσία, υπάρχει κατάτμηση αρμοδιοτήτων σε τέτοιο βαθμό που απαγορεύει τη συνεργασία των (συν-αναρμόδιων;) κρατικών υπηρεσιών, υπάρχει τεράστια καχυποψία (και φόβος για τα κεκτημένα) μεταξύ κρατικών φορέων και κοινωνικών εταίρων (εθελοντών και τοπικών συλλόγων), καθώς και ένας κατ’ αρχήν αρνητισμός εκ μέρους ολίγων κουφιοκέφαλων δήθεν ‘οικολόγων’ που συχνά φρενάρουν διάφορες προσπάθειες στο όνομα ..του δάσους. Αν προσθέσει σ’αυτά την παγιωμένη κρατική αντίληψη και πρακτική περί προμηθειών, προσλήψεων, σχεδιασμού και εφαρμογής επιχειρησιακών σχεδίων εκτάκτου ανάγκης, μένει αποσβολωμένος να χαζεύει ένα τεράστιο γραφειοκρατικό αλαλούμ το οποίο μετατρέπεται σε πραγματικότητα μόλις τύχει και ‘χτυπήσει’ η φωτιά. Τα αποτελέσματα ενός τέτοιου ενδεχομένου τα είδαμε. Θα τα ζήσουμε τώρα, εμείς και τα παιδιά μας.

Συνταγματικά, το κράτος υποχρεούται να διατηρεί μία μόνη υπεύθυνη υπηρεσία για την προστασία του δασικού πλούτου της χώρας. Αυτό σημαίνει (άσχετα απ’ ότι πραγματικά συμβαίνει) ότι ο επικεφαλής αυτής της υπηρεσίας έπρεπε να είναι έστω κατ΄όνομα υπεύθυνος για την αποτυχία των όποιων δράσεων είχε αναλάβει να συντονίσει και να υλοποιήσει. Φευ! μετά από τέτοια καταστροφική πυρκαγιά στην Αττική, δεν βρίσκεται κανείς τέτοιος υπεύθυνος στον κρατικό μηχανισμό. Οι ευθύνες δεν μπορούν καν να συγκεκριμενοποιηθούν σε κάποιον πολιτικό προϊστάμενο – υπουργό! Κατανέμονται χωρίς λογική ανάμεσα στους υπουργούς ΠΕΧΩΔΕ, Δημόσιας Τάξης, Εθνικής Άμυνας και τον Κυβερνητικό Εκπρόσωπο – γιατί όμως όχι στους υπουργούς Παιδείας, Ανάπτυξης, Εργασίας; Αυτοί δε φταίνε που δεν εκπαιδεύτηκαν οι πολίτες, που δεν αναπτύχθηκε ορθολογικά η Αττική, που δεν προσλήφθηκαν περισσότεροι δασοφύλακες και πυροσβέστες; Α, φταίει ο Υπουργός Οικονομικών που δεν εγκρίνει τα κονδύλια. Ή μήπως ο Δοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος; Και το Ε.Σ.Ρ.

Εύκολα λοιπόν καταλήγουμε στο ότι για όλους αυτούς που φταίνε από λίγο, φταίει ο Ένας, ο Μεγάλος, ο Πρωθυπουργός της χώρας. Ο οποίος κατηγορείται ότι είναι ανίκανος διότι οι υπουργοί (που διόρισε) είναι ανίκανοι, διότι οι διευθυντές τους δημόσιοι υπάλληλοι (που προήγαγαν και τοποθέτησαν) είναι ανίκανοι, διότι οι δημόσιοι υπάλληλοι εκ των οποίων προέρχονται οι διευθυντές είναι όλοι ανίκανοι (και όσοι δεν είναι, ανήκουν κατά μαγικό τρόπο όλοι στο άλλο κόμμα, οπότε είναι στο ψυγείο). Συμπληρωματικά, όλος αυτός ο στρατός των ανικάνων του δημοσίου τομέα, δεν κατόρθωσε καν να προμηθευτεί υλικά, να εκχωρήσει, να συμβασιοποιήσει, να ξεπουλήσει (έστω) τα απαραίτητα για μια μίνιμουμ λειτουργία του συστήματος από τον (σούπερ ντούπερ, μη φάτε, έχουμε γλαρόσουπα) Ιδιωτικό Τομέα διότι υπάρχει έλλειμμα (ανίκανων) κουμπάρων, άσε που οι υπουργοί, οι σύμβουλοι, οι γενικοί δεν είναι ικανοί να στήσουν ούτε ένα διαγωνισμό, δεν είναι ικανοί ούτε τις μίζες να μοιράσουν. Ολέθρια σφάλματα του Πρωθυπουργού κι αυτά. Με τέτοια στελέχη, που πας ρε Καραμήτρο; Μου θες να είσαι και Πρωθυπουργός. Πού τους βρήκες τέτοιους υπουργούς; Απ’ τους βουλευτές σου; Τους ψήφισε ο Λαός; Ο κυρίαρχος Λαός; Μα τότε τι γκρινιάζει ο Λαός; Κατ΄εικόνα και καθ’ ομοίωση του είναι κι αυτοί που τον εκπροσωπούν, τον κυβερνούν και μέρα-νύχτα τον γαμούν. Πρωθυπουργέ, σύρε βρες μια χώρα με πολίτες αντί για μαλάκες και ίσως, ίσως μεγαλουργήσεις. Λέμε τώρα.

Η αγωνία των σαρανταφεύγα μπροστά στην ουκρανέζα χορεύτρια

tapetabmw

Φυσικά και διαβάζω περισσότερο τα καλοκαίρια. Οι σελίδες των βιβλίων είναι δροσερές ακόμα και κάτω απ’ τον καυτό ήλιο της παραλίας. Αυτό είναι μια υπερβολή, βεβαίως, ειδικά όταν το γράφω εγώ που (α) δεν αράζω ποτέ σε παραλίες κάτω από καυτό ήλιο και (β) έχω ένα φετίχ με τα βιβλία και δε θα σκεφτόμουν καν να ακουμπήσω τις σελίδες τους στο ιδρωμένο μου μάγουλο για να δροσιστώ. Το γεγονός πάντως παραμένει: διαβάζω (διαβάζουμε) πολύ περισσότερα βιβλία το καλοκαίρι, πολλοί μάλιστα διαβάζουν μόνο το καλοκαίρι, έχοντας υποκύψει σ’ άλλη μια παπαριά του σύγχρονου εκδοτικού marketing – ότι δηλαδή χρειάζεται ηρεμία και μπόλικος “ελεύθερος” χρόνος για να διαβάσεις οτιδήποτε εκτός εργασιακών υποχρεώσεων (πόσο μάλλον λογοτεχνία). Πιστεύω ότι ισχύει το αντίθετο, όποτε διαβάζεις (ειδικά λογοτεχνία), αυτομάτως δημιουργείς (κλέβεις;) “ελεύθερο” χρόνο και ηρεμείς καθώς αποτραβιέσαι στον “κόσμο” του βιβλίου που κρατάς.

Δεν πρόκειται για δοκίμιο περί γραφής και ανάγνωσης. Μάλλον ήθελα να καταγράψω τις θέσεις πάνω στις οποίες βασίζονται κάποια σχόλια μου (τύπου “κριτικές παρουσιάσεις”) πάνω στα βιβλία που διάβασα. Γιατί είναι χρήσιμο να γνωρίζει κανείς πού ακριβώς πατάει κάποιος όταν ξεφουρνίζει τις απόψεις του για συγγραφείς, για στυλ γραφής, για βιβλία (λογοτεχνικά πάντα). Θα έλεγα μάλιστα όχι απλά χρήσιμο, απαραίτητο. Δεν έχουμε σπουδάσει όλοι θεωρία της λογοτεχνίας, διάολε.

Έτσι, σήμερα πιστεύω ότι διαβάζουμε τον συγγραφέα και όχι το βιβλίο. Αν διαβάζουμε συνειδητά (κι όχι για να περνάει η ώρα ή να κάνουμε σκιά στο πρόσωπό μας ανάσκελα στην ξαπλώστρα), πάντα διαβάζουμε ανάμεσα στις τυπωμένες γραμμές και εκεί ακριβώς βρίσκουμε το σημείο επαφής, ως αναγνώστες που θέλουν να διαβάσουν κάτι για τον εαυτό τους, με το συγγραφέα που γράφει κάτι για τον εαυτό του. Αν αυτό ακούγεται πολύ γουάου, σκεφθείτε το απλούστερα: όλα τα λογοτεχνικά κείμενα είναι διηγήσεις ιστοριών που έχουν επιλεγεί από τον αφηγητή-συγγραφέα. Δεν μπορείς να διηγηθείς κάτι αν δεν γνωρίζεις το τέλος (μη ζαλίζεστε με τις ειδικές υποπεριπτώσεις και τη ντανταϊστική γραφή τώρα). Η επιλογή της διήγησης (του θέματος) γίνεται πάντα εις βάρος κάποιων άλλων (άπειρων) επιλογών. Άρα κάθε διήγηση είναι αυτοβιογραφική τουλάχιστο στο βαθμό που ορίζουν οι (λογοτεχνικές) δυνατότητες αυτού που την επέλεξε (του συγγραφέα). Άλλοι το λένε έμπνευση, άλλοι κοινωνική ευαισθησία, άλλοι φαντασία ή μυθοπλαστική ικανότητα. Δεν έχει σημασία. Άπαξ και επιλεγεί το θέμα της διήγησης, το μόνο που χρειάζεται είναι μια αλληλουχία συμβιβασμών στην εκφορά του ώστε να ολοκληρωθεί η ιστορία. Δηλαδή; Δηλαδή, όλες οι διηγήσεις, όντας αυτοβιογραφικές υπ’ αυτή την έννοια, δεν μπορεί να είναι παρά μια σειρά από σκοπίμως διατυπωμένα ψέμματα. Όχι πάντα γι αυτά που περιγράφουν, αλλά κυρίως γι αυτά που παραλείπουν.

Από την άλλη, ο κάθε αναγνώστης, εσύ, εγώ, ο χοντρός με το παγωτό στο ένα χέρι και το αστυνομικό βιβλίο τσέπης στο άλλο, η λαδωμένη καλλίγραμμη στην ξαπλώστρα με τον Dan Brown αγκαλιά, όλοι κουβαλάμε ένα σωρό μειονεκτήματα κατά την ανάγνωση. Κατά κανόνα, παραλείπουμε να διαβάσουμε περίπου το ένα τέταρτο των λέξεων σε κάθε παράγραφο, συμπυκνώνοντας το νόημα “από τα συμφραζόμενα”. Πριν τη μέση του βιβλίου, έχουμε μορφώσει άποψη για το τέλος του. Όσο για τα τελευταία δύο κεφάλαια, συνήθως διαβάζονται σε χρόνο ρεκόρ “για να τελειώνουμε” – και να πιάσουμε τις ρακέτες (ή το επόμενο βιβλίο, έστω). Τέτοια εκτίμηση για το “δώρο” του συγγραφέα προς τον αναγνώστη (να μη θίξω και τα ευρώπουλα που πληρώσαμε για την αγορά)! Έχω καταλήξει όμως πως δε φταίει ο αναγνώστης: έτσι είναι σωστό να διαβάζονται τα βιβλία που αγοράζονται σήμερα. Μάλιστα, ήδη κατά τη στιγμή της αγοράς, ο μελλοντικός αναγνώστης έχει “κλειδώσει” τα περισσότερα στοιχεία της ανάγνωσης με βάση τις βιβλιοκριτικές εφημερίδων και περιοδικών, τα όσα λαμπρά περί του βιβλίου αναγράφονται στο οπισθόφυλλο, τα όσα λαμπρά περί του συγγραφέα περιλαμβάνονται στο “αυτί” του εξωφύλλου, αλλά κυρίως από τη γνώση που έχει ως αναγνώστης για τον συγγραφέα από προηγούμενες αναγνώσεις παλαιότερων έργων του. Γιατί κυρίως (ξανα)διαβάζουμε συγγραφείς που μας “άρεσαν” στο παρελθόν. Είναι μάλλον σπάνια περίπτωση ν’ αγοράσει κανείς βιβλίο από συγγραφέα που έχει για οποιοδήποτε λόγο απορρίψει — εκτός κι αν η απόρριψη ήταν τόσο ισχυρή που το όνομα του συγγραφέα διεγράφη εντελώς από τη μνήμη του αναγνώστη!

Μπαίνουν έτσι στο ραντεβού της ανάγνωσης από τη μια ένας συγγραφέας που φτιασιδώνει τα όσα επέλεξε να μην γράψει με πολλά άλλα που θα καλύψουν τα κενά, κι από την άλλη ένας αναγνώστης που έχει μια γενική ιδέα του τί περιμένει να διαβάσει και εν συνεχεία ρίχνεται στην ανάγνωση καταγράφοντας ακριβώς αυτά που θα του εδραιώσουν την προδιαγεγραμμένη πεποίθηση ότι η επιλογή του ήταν σωστή — άλλως, το βιβλίο “δεν του αρέσει”. Διαβάζουμε τους συγγραφείς που “μας αρέσουν”. Αν μπαίναμε στον κόπο να εντρυφήσουμε λίγο παραπάνω στις προσωπικότητες αυτών των συγγραφέων, ίσως καταλαβαίναμε (λίγα) περισσότερα και για τους εαυτούς μας.

Flashback: Το φθινόπωρο του 1984, στην Αγγλία, ολοκλήρωνα μια μεταπτυχιακή εργασία πάνω στον Freud. Συγκατοικούσα τότε με τη Λ., η οποία τελείωνε ένα master’s στη λογοτεχνία. Καθώς διάβαζα συνέχεια τις αναλύσεις του γέρο-Σίγκμουντ για τα όνειρα και τα σχετικά, το “έπαιζα” και λίγο ψυχαναλυτής (ενώ άλλο ήταν το αντικείμενο της εργασίας) και κάποια στιγμή έπεισα τη Λ. να μου διηγηθεί τα όνειρά της κι εγώ να προσπαθώ να βγάλω άκρη. Την πρώτη (και μοναδική) φορά που έγινε αυτό, η Λ. μου περιέγραψε μια εντυπωσιακή σκηνή σε μια παραλία μ’ ένα γκόμενο κλπ. Άκουγα προσεκτικά, προσπαθώντας να μπω στο πετσί του ρόλου. Μόλις τελείωσε, ήταν τόσο σίγουρη πως όλ’ αυτά περί ονείρων και ψυχανάλυσης ήταν μπαρούφεν που σχεδόν άρχισε να γελάει, παρότι το όνειρο ήταν “σοβαρό”. Όταν της δήλωσα πως δεν ήταν σωστό που μου έκρυψε μια ολόκληρη σκηνή από το όνειρο που μόλις είχε περιγράψει, η Λ. πάγωσε. Μετά, της διηγήθηκα τα όσα μου είχε αποκρύψει και ήμουν τρελλά ευτυχής που το παραδέχτηκε ότι έτσι ήταν ακριβώς. Δεν ξαναμιλήσαμε ποτέ για όνειρα και ψυχαναλυτικές θεωρίες.

Adios, παλιογαμιόλη

FridayThe12thf Ξεκινάς να “εξοπλιστείς” με καλοκαιρινά αναγνώσματα: οδεύεις προς το πλησιέστερο ή το προσφιλέστερο βιβλιοπωλείο (μη τυχόν κι αναγκαστείς να βολευτείς, τελευταία ώρα, με ό,τι απίθανο διαθέτει το “Γενικό Πρακτορείο Διανομής Τύπου” στο νησί και καταλήξεις να διαβάζεις -οποία ντροπή- Βαμβουνάκη ή κανένα Bell στις παραλίες), επιθεωρείς τα ράφια με τα ευπώλητα (αυτή η λέξη ακούγεται τόσο μαλακία που τρελλαίνομαι να τη χρησιμοποιώ), τα διπλανά ράφια με τις νέες κυκλοφορίες, ρίχνεις μια ματιά στις αλφαβητικά ταξινομημένες προθήκες μπας και εντοπίσεις κάτι που δεν έχεις διαβάσει ή έχεις ξεχάσει ότι διάβασες από τους τρεις-τέσσερεις αγαπημένους συγγραφείς, μελετάς ίσως μερικά οπισθόφυλλα πιθανών ‘στόχων’, διστάζεις, το σκέφτεσαι, κλείνεις τα μάτια να θυμηθείς για ποιό βιβλίο υπερθεμάτιζε η Ντιάνα (αναγνώστρια-τέρας που τα γούστα της διαπιστωμένα συμπίπτουν -εν μέρει- με τα δικά σου) την περασμένη εβδομάδα στην ταβέρνα. Δεν καταφέρνεις να θυμηθείς. Τελικά, το αποφασίζεις. Σηκώνεις ένα, δύο, τρία βιβλία απ’ τη θέση τους. Ξαναβλέπεις τους τίτλους και τα ονόματα των συγγραφέων. Μια τελευταία, εσωτερική συναίνεση και είσαι έτοιμη. Ο κύβος ερρίφθη. Προχωράς προς το ταμείο. Τρία λεπτά και (μείον) πενηνταεπτά ευρώ αργότερα, τα βιβλία είναι δικά σου. Παίρνεις τη σακούλα και βουρ! να ολοκληρώσεις το πακετάρισμα για τις διακοπές.

Αν ανήκετε στην κατηγορία “μέσος καλοκαιρινός αναγνώστης” είναι βέβαιο ότι το ένα από τα τρία βιβλία που αγοράσατε με αποκλειστικό σκοπό την παραθαλάσσια ανάγνωση είναι της λεγόμενης “αστυνομικής λογοτεχνίας”. Noir, krimi, pulp είναι επίσης σχετικοί χαρακτηρισμοί. Από κλασικά (Τσάντλερ, Χάισμιθ, Αγκάθα Κρίστι, Σιμενόν) μέχρι εξωτικά (van Gulik) ή μοντέρνα (Ταϊμπό, Μονταλμπάν). Ίσως επειδή γενικώς το λογοτεχνικό αυτό είδος (genre) είχε τη φήμη (ψευδέστατη, αλλά τι να πει ο κοινός θνητός μπροστά στους γκουρού του marketing) ότι είναι κάπως light, οι νεοέλληνες το έχουν συνυφάσει -τρομάρα τους- με τις παραλίες. Τέλος πάντων. Καλύτερα να βλέπω τη “Δολοφονία του Ρότζερ Άκροϋντ” στις ξαπλώστρες, παρά τα “Εκατό Χρόνια Μοναξιάς”. Για να μη μιλήσω για τους τόμους της (αγαπητής) Ζυράννας. Εν πάσει περιπτώσει, προμηθεύτηκα κι εγώ ένα τομίδιο της γνωστής και καλής noir σειράς των εκδόσεων Άγρα, ενός αμερικανού συγγραφέα που δεν εγνώριζα. Donald Westlake, πολυγραφότατος και πολυβραβευμένος (έλεγε το σημείωμα στο αυτί της έκδοσης), άρτι αναχωρήσας για τον άλλο κόσμο. Μάλλον πρόκειται για το πρώτο βιβλίο του που κυκλοφορεί στα ελληνικά (αν και εκδόθηκε το 1970 στις ΗΠΑ), με τίτλο “Αντιός, Σεχραζάντ” σε μετάφραση Σταύρου Παπασταύρου. Με περισσή χαρά ξεκίνησα να απολαμβάνω το βιβλίο στο νησί, και εδώ θα εκθέσω (όχι ως κριτικός αλλά ως μακεδόνας) τις αντιδράσεις μου στην ανάγνωση αυτή.

“Ένα βιβλίο πρέπει να έχει μέσα κάτι παραπάνω από αυτό που έβαλε ο συγγραφέας, αλλιώς τι χρησιμότητα έχει;” Το ωραιότατο αυτό τσιτάτο, πλασμένο για να στοιχειώνει επίδοξους συγγραφείς και προορισμένο σίγουρα να βρει τη θέση που του αρμόζει στην κορυφή διπλωματικών εργασιών αλλά και βιβλίων ακόμη, το εκστομίζει ο ήρωας του βιβλίου “μας” και ακούσιος συγγραφέας “λάιτ” πορνοβιβλίων, Έντ Τόπλις. Το σκέφτεται, δυστυχώς, προς το τέλος του βιβλίου, όταν οι προσπάθειες του να υπερβεί το writer’s block που τον κατατρέχει έχουν αποδειχθεί κατώτερες των περιστάσεων. Επίσης, το σκέφτεται περίπου όταν ο αναγνώστης έχει χάσει κάθε ελπίδα ότι το βιβλίο που διαβάζει (με ενδιαφέρον, είναι η αλήθεια) είναι “αστυνομικό”. Μια μάλλον αχνή προσπάθεια σύνδεσης του ήρωα μ’ ένα υποτιθέμενο (σεξουαλικό) έγκλημα ούτε πείθει ούτε είναι επαρκώς αναπτυγμένη (συγγραφικά) ώστε να γείρει την πλάστιγγα. Μα τότε, γιατί εκδόθηκε ο τίτλος αυτός στη noir σειρά του Άγρα, θα ρωτήσετε. Δεν είμαι αρμόδιος να απαντήσω αυτή την ερώτηση. Εν πάσει περιπτώσει, τι ακριβώς πραγματεύεται ο κος Westlake σε τούτο το βιβλίο, είναι μια καλή επόμενη ερώτηση. Εδώ, ο μακεδόνας έχει κάτι να πει.

Σπουδάζουμε. Παίρνουμε ένα πτυχίο. Βγαίνουμε στην αγορά εργασίας. Πλην ειδικών εξαιρέσεων, οι πιθανότητες να εργαστούμε ακριβώς πάνω στο αντικείμενο των ακαδημαϊκών μας παιδευμάτων είναι από μικρές έως ελάχιστες. Αν λοιπόν μας δοθεί μια ευκαιρία να ασχοληθούμε επαγγελματικά με κάτι το οποίο (α) είναι συναφέστερο με τις σπουδές μας και (β) αποδίδει πολλαπλάσιο εισόδημα, μάλλον θα την αποδεχθούμε. Αν τυχαίνει αυτό το κάτι να προσεγγίζει και κάποιο ‘παιδιόθεν’ όνειρό μας, θα είμαστε διπλά ευτυχείς. Κι ας μην είναι ακριβώς πρωτοκλασάτη η δουλειά, αλλά απλώς σχετικότερη και ειδικώς στον ονειρικό χώρο. Βεβαίως, μια τέτοια “επιτυχία” έχει και το αντίτιμό της. Όπως το θέτει ο Westlake, “κανείς δεν μπορεί ν’ ασχολείται επ’ άπειρον μ’ αυτή τη μαλακία” (στην ιστορία “μας”, πρόκειται για τη μηνιαία συγγραφή πορνοβιβλίων). Κι επειδή το θέμα αφορά έμπνευση και δημιουργικότητα, ο Westlake ξεδιπλώνει τις αντιστοιχίες της κατασκευασμένης πραγματικότητας του εργασιακού αντικειμένου (συγγραφή πορνοβιβλίων) με την “κατασκευασμένη” πραγματική ζωή του ήρωα, στηριγμένη σ’ ενα υπερβολικό για τις δυνατότητές του εισόδημα. Ενός συγγραφέα που όμως είναι μη-συγγραφέας, αφού γράφει για λογαριασμό ψευδώνυμου τρίτου, ενός που ονειρεύεται να γίνει πρώτα επώνυμος κάτοχος των πνευματικών (πορνο)δημιουργιών του κι έπειτα πραγματικός συγγραφέας… Το σημείο εκκίνησης της ιστορίας είναι ακριβώς η κατάρρευση του σχήματος αυτού. Και το ερώτημα, φυσικά, είναι αν τα αδιέξοδα της πραγματικής ζωής του ψευδο-συγγραφέα προκαλούν το writer’s block (και δεν μπορεί να παράγει το επόμενο πορνοβιβλίο, προκαλώντας έτσι τη βίαιη διακοπή της σύμβασής του) ή αν η “μαλακία” με την οποία ασχολείται έχει εξαντλήσει εντελώς την όποια δημιουργική ενέργεια διέθετε με συνέπειες άμεσες και καταστροφικές και για την πραγματική του ζωή.

Δουλειά του Εντ Τόπλις είναι να γράφει πορνοβιβλία. Για το σκοπό αυτό ακολουθεί μια δεδομένη μανιέρα, παραλλάζοντας συγκεκριμένα στοιχεία βάσει ενός πίνακα δυνατών συνδυασμών. Όταν το μυαλό του αρνείται να (συν)εργαστεί για το επόμενο πορνοβιβλίο, αυτός ξεκινά έναν αγώνα πάνω στη γραφομηχανή του. Τα πρώτα επτά κεφάλαια του “Αντιός, Σεχραζάντ” φέρουν τον αριθμό ένα (1). Πρόκειται ουσιαστικά για επτά αποτυχημένες απόπειρες να ξεκινήσει το πορνοβιβλίο, καθώς ο συγγραφέας-ήρωας εκτρέπεται και ασχολείται μόνο με την πραγματική του ζωή. Τα επόμενα δύο κεφάλαια, φέρουν τον αριθμό δύο (2). Κανένα δεν περιέχει το ‘πρέπον’ πορνογραφικό υλικό, απλά ο ήρωας προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του ότι προχώρησε. Έπεται το κεφάλαιο (3) και μετά το (4). Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου αριθμείται ως “5-61″. Μπορεί να πρόκειται για τυπογραφικό λάθος, η έννοια του “61″ μου διαφεύγει. Πάντως, ο Εντ Τόπλις κατορθώνει να συγγράψει ένα “κανονικό” (=μη πορνογραφικό) βιβλίο, έστω και μ’ αυτό τον τρόπο, και κλείνει την αφήγησή του παραιτούμενος (αν και ήδη έχει απολυθεί) και θεωρώντας τον εαυτό του φυγάδα έναντι του νόμου. Επιπλέον έχει καταφέρει να χάσει τη γυναίκα του και το παιδί του, να χαρίσει τη γραφομηχανή του και να καταστρέψει εντελώς τις όποιες φιλίες είχε καθώς και την κανονική του ζωή. Τι έχει κερδίσει; Έχει γίνει συγγραφέας.

Πρόκειται λοιπόν για τη μυθιστορηματική και περιπετειώδη περιγραφή μιας ultimate θυσίας; Χρειάζεται να θυσιάσουμε τα πάντα για να εκπληρωθεί το ύψιστο όνειρό μας; Ή μήπως ο Westlake παίζει πάνω σ’ ένα θέμα που σίγουρα τον απασχολούσε (το σύνολο του έργου του υπερβαίνει τα 100 βιβλία, που σημαίνει ότι η παραγωγικότητά του ήταν υψηλή, ποιός ξέρει με ποιό προσωπικό κόστος), επιλέγοντας μια κάπως ακραία ιστορία για να δώσει με τραγελαφικό τρόπο στον αναγνώστη ένα μάθημα: ό,τι διαβάζεις, παλιογαμιόλη, εμένα μου στοιχίζει ιδρώτα, αίμα, την οικογενειακή μου γαλήνη, τα όνειρά μου, τα πιστεύω μου, τα πάντα. Τα μισά λεφτά τα παίρνουν άλλοι. Μη μου ζαλίζεις τον έρωτα και απαιτείς έργο εδώ και τώρα, θα γράψω αυτό που νοιώθω εγώ όποτε νοιώσω έτοιμος. Προσωπικά (ως μακεδόνας δηλαδή), αυτό πιστεύω. Το “Αντιός, Σεχραζάντ” είναι μια αλληγορική ιστορία που συμπυκνώνει όλη την πίεση που ένοιωθε ο Westlake να τον συνθλίβει. Χωρίς να γνωρίζω λεπτομέρειες από την προσωπική του ζωή, δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι διαφορετικό για κάποιον που χρησιμοποίησε συνολικά δεκατέσσερα (14) ψευδώνυμα για να γράφει αστυνομικές ιστορίες (συν κάποιους τίτλους επιστημονικής φαντασίας). Κι ο (κομμένος απ’ τον ατζέντη του, στο βιβλίο) τίτλος αυτού του post ήταν ακριβώς αυτό που ευχόταν να μπορούσε να πεί ο Westlake σε όλους, εκδότες και αναγνώστες, αν ήταν σε θέση να τα μουτζώσει όλα και να γράφει αυτό που πραγματικά ήθελε, στους χρόνους που ήθελε. Δεν το έκανε. Τουλάχιστον, έγραψε ένα βιβλίο γι αυτό. Ένα βαθύτατα noir βιβλίο.

Τρία (και να καίνε)

Τρείς Χάριτες

Οι Τρείς Χάριτες του Ιουλίου

“Χακούνα Ματάτα” και Michael Jackson και Eurovision – αλλά κυρίως Guns’n'Roses και άλλες συναφείς ροκ μπαλάντες. Α, και μια πινελιά Βίσση (“μπορείς απόψε να βγείς/μ’ όλες τις τσούλες της γης” – αν έχετε το θεό σας)! Για πέντε μέρες στο νησί, αυτά ήταν τα μουσικά ακούσματα που συντρόφευαν την αδιάκοπη συναυλία των τζιτζικιών, τις κατεβασιές στην παραλία, τις βραδυνές βόλτες στα μαγαζάκια και τα μπαράκια του πίσω λιμανιού. Από την Τρίτη ως την Κυριακή είχα αναλάβει κρίσιμη αποστολή: πατέρας-συνοδός-μάγειρας-οδηγός-σεκιουριτάς-μπαρτέντερ-διασκεδαστής τριών ανηλίκων (εφήβων) κοριτσιών. Και μέχρι το βράδυ της Παρασκευής που κατέπλευσαν ενισχύσεις, είχα ολομόναχος όλους αυτούς τους ρόλους ταυτόχρονα.
Ας μη βιαστούν όσοι/ες δεν έχουν επαφή με παιδιά αυτής της ηλικίας να με καλοτυχίσουν, τον χοντρομπαλά, που περιστοιχιζόμουν από τρεις κούκλες κι έκανα το “κομμάτι” μου στο νησί. Κατ’ αρχήν, σε δημόσιους χώρους (εκτός όταν τρώγαμε σε κάποιο ταβερνάκι), έπρεπε υποχρεωτικώς να τηρώ αποστάσεις ασφαλείας. Όχι για μένα, γι αυτές. Μη τυχόν και χαλάσω καμιά ‘τυχερή’ κατάσταση; (Εντάξει, είναι ακόμη μικρές και δεν πήγαιναν γυρεύοντας, αλλά πώς να μου το πούν ότι ντρεπόταν να συνοδεύονται εμφανώς από έναν σχεδόν πενηντάρη – κι ας δείχνω τριαντακάτι, όπως με βεβαιώνει η τυφλή προγιαγιά μου όποτε την επισκέπτομαι στο χωριό.) Μετά, εκτός από διακριτικός, έπρεπε να είμαι και εξαιρετικά καλόβολος. Να μη πονάνε τ’ αυτιά μου όσο έπαιζαν τα σι-ντι στο αυτοκίνητο, να μη καίγομαι όσες ώρες κι αν χρειαζόταν να εκτονωθούν στην παραλία, να μη νυστάζω πρώτος και θέλω ν’ ανεβούμε σπίτι νωρίτερα απ’ αυτές…
Το καλύτερο όμως ήταν ο τριπλός πρωινός ρόλος μάγειρας-γκαρσόνι-πλύντης πιάτων: ήξεραν ότι τρελαίνομαι για πλούσια πρωινά και τα έδιναν όλα! Ξέρετε την έκφραση “διαβολεμένη όρεξη”; Θες ο καθαρός αέρας, θες οι δέκα ώρες ύπνου – τα κορίτσια έτρωγαν τον “άμπακο”, ζωή να’χουν. Ξεκινούσαμε με φρεσκοστιμένο χυμό, καπάκι μια συστάδα “θεϊκών” [their comment] τοστ με χωριάτικο ψωμί απ’ τον ξυλόφουρνο της πάνω γειτονιάς, μόλις που προλάβαινα τα αυγά (μάτια, στραπατσάδα, ομελέτα – όλα τα δοκίμασαν), μετά μια δεύτερη από αυγά, ε, και τελικά έβγαιναν ελαφρώς φρυγανισμένες φέτες ψωμί με σπιτικές μαρμελάδες και μερέντα (μια μέρα ζητήθηκαν pancakes κι ευτυχώς είχα σιρόπι σφένδαμου). Το τσουρέκι Τερκενλή σνομπαρίστηκε. Καταλάβατε ότι απ’ όλα αυτά εγώ έτρωγα ό,τι περίσσευε ή πρέπει να το γράψω σε bold? Πού τα βάζουν όλα, σκεφτόμουν, όλες λεπτές είναι. E, oι καύσεις είναι διαφορετικές σ’ αυτές τις ηλικίες. Κι έκρυβα το σκεμπεδάκο μου όσο επιτήδεια μου επέτρεπαν τα τριπλ-XL t-shirts που φοράω συνήθως.
Μετά το πρωινό, όσο να σιγυρίσω τραπέζι και κουζίνα-πεδίο-μάχης, τα κορίτσια έπαιζαν τρίβιαλ ή μπιρίμπα συνοδεία ασμάτων και χαζολογούσαν στις ξαπλώστρες κάτω απ’ τη καλαμωτή. Μιλούσαν (όσο μπορούσα να καταλάβω, καθώς οι εκρήξεις γέλιου ήταν συνεχείς, κυρίως μετά από αναφορές ονομάτων αγοριών) για τα πάντα: σχολείο, μουσικές, φίλους και φίλες, επεισόδια στη κατασκήνωση, αγαπημένες παραλίες, τα πάρτι του περασμένου χρόνου, τα πάρτι του ερχόμενου φθινοπώρου, καθηγητές που αγαπούσαν, καθηγητές που μισούσαν, ρούχα και σχεδιαστές, σπορ, παπούτσια, τα καινούργια τους γυαλιά ηλίου, ένα χαμένο σκουλαρίκι, αν οι σαγιονάρες του Λιοντή είναι καλύτερες απ’ του Abercrombie, πόσα κιλά λιγότερα θα ήθελαν να είναι… Μόλις εμφανιζόμουν, οι συζητήσεις κοβόταν κι εγώ, αφού ρωτούσα για αναψυκτικά κλπ ξανάμπαινα (διακριτικά) μέσα ν’ ασχοληθώ με το μόντεμ που τότε βρήκε να πάθει ηλίαση! Κάποια στιγμή, έπεφτε το σύνθημα για παραλία. Φόρτωνα τα σχετικά (“μπαμπά, τις ρακέτες κι ένα εξτρα μπαλάκι!”) και βουρ για θάλασσα. Όπου απέδειξα κατ’ επανάληψη πόσο υπομονετικό άτομο είμαι, εγώ που μισώ να αράζω σε παραλίες και ομπρέλες και το πολύ κάνω μια βουτιά και αμέσως ανεβαίνω στο καφενεδάκι. Ε, δεν έχει παράκτια καφενεδάκια-παράγκες σ’ αυτό το νησί (τουλάχιστο στις σοβαρές παραλίες). Άσε που εντοπίστηκε και επιδειξίας πίσω από κοντινούς θάμνους (με προειδοποίησε καλή συν-λουομένη κυρία να προσέχω τα κορίτσια “μου”, αλλά και πάλι η κόρη μου μ’ έστειλε: “καλέ, αυτός είναι ο μαλαπέρδας, τον είχαμε δει και με τη θεία Έφη, είναι χαζός!”)… Μ’ αυτά και μ’ αυτά δοκίμασα τη νέα under-100-euros βιντεοκάμερα (ντιρέκτ τσουμ γιουτιούμπ) και ξανανακάλυψα τις εξαιρετικές δυνατότητες της παλιάς Olympus των “φτωχών” 4ΜΡ που’χα παρατήσει στο νησί. Τα megapixels δε φέρνουν την ευτυχία!
Βραδυνό παίρναμε στα εξαιρετικά ταβερνάκια της Χώρας. Ούτε συζήτηση να ξαναμπώ στην κουζίνα! Μπάρμπεκιου και μακαρονάδες τους έφτιαξα αφού είχαν καταπλεύσει οι ενισχύσεις, το Σ/Κ, όταν τα πλήθη κάνουν τις ταβέρνες ελαφρώς πιό δύσπεπτες για τα γούστα μου. Αμέσως μετά το βραδυνό, άρχιζε η πασαρέλα. Βινύλιο, γιου νόου Βινύλιο; Ιστορικό μπαρ του νησιού, κλείνει είκοσι χρόνια φέτος (θα διαβάσετε ίσως γι αυτό σε κάποια εμπορικά έντυπα). Σημείο αναφοράς για όλα τα “πιπίνια” (έκφραση εκτός συρμού σήμερα αλλά χαρακτηριστική των 90s στο νησί) και αρχή της πασαρέλας μπροστά στα δεμένα σκάφη, τα ψαρομάγαζα, τα καφέ και τα μπαράκια του μικρού λιμανιού. Τα κορίτσια χτύπαγαν ένα ποτό (π.χ. virgin mojito!) και αφού εξαντλούσαν ανταλλαγές πληροφοριών με άλλες γνωστές και φίλες, ξεκίναγαν ένα πολύωρο πέρα-δώθε στα 500 μέτρα της παραλιακής πασαρέλας. Πάνω-κάτω, στάση στο μαγαζάκι με τα μπιχλιμπίδια, πάνω-κάτω, στάση στο παγκάκι, πάνω-κάτω, στάση στο Βινύλιο, πάνω-κάτω, στάση στο Άφρο, σύντομη στάση στα παρεό, κ.ο.κ. μέχρι λυωσίματος. Αν και σήμερα, ως γονέας και επιστήμων, είναι αδύνατο να εξηγήσω λογικά όλη αυτή τη γυμναστική, κατανοώ ότι είναι “εξ απ’ανέκαθεν” ένα απολύτως απαραίτητο rite of passage για όλες τις έφηβες και ότι τυχόν αποφυγή ή απαγόρευσή του είναι 100% βέβαιο ότι προκαλεί σοβαρές νευρο-σεξουαλικές βλάβες και μπορεί να καταδικάσει ένα κορίτσι σαν τα κρύα τα νερά σε ανορεξία, δυσμηνόπαυση, σπασμούς κατά την εντός γάμου συνουσία, κεφαλαλγίες, δισκοπάθεια, έως και σύνδρομο του Φέριγκ. Κοινωνιολόγοι έχουν αποδείξει ότι δείγματα εφηβικού γυναικείου πληθυσμού που στερήθηκαν της δυνατότητας να συμμετέχουν σε ασύστολο “νυφοπάζαρο” εμφάνισαν κατά 75% αυξημένη επιθετικότητα απέναντι στα παιδιά τους αργότερα (το άγνωστο ακόμη στο ευρύ κοινό σύνδρομο της Μήδειας). Οπότε κι εγώ έκανα τουμπεκί και ήμουν ευτυχής που τυγχάνω λάτρης του καφέ (σε αναλογία ένα ποτό-τέσσερεις εσπρέσο). Σιγά μη κρατιόμουν ξύπνιος αν δεν ήμουν…
Τέλος καλό, όλα καλά. Σήμερα είμαι πια ένας έμπειρος chaperon και, αφού το συζητήσουμε για το οικονομικό, αναλαμβάνω τα κορίτσια σας ώστε να χαλαρώσετε κι εσείς πέντε μέρες με τον καλό σας…

Escape from New York

NY121 Ζέστη. Υγρασία. Βροχή. Ζέστη, υγρασία, βροχή. Σιγά τα λάχανα δηλαδή, για έναν “seasoned traveler” όπως η αφεντιά μου. Βρέθηκα στη Μητρόπολη των Μητροπόλεων για λίγες μέρες, με ευχάριστη αφορμή. Η Ολυμπιακή (για τελευταία φορά) σχεδόν τα κατάφερε να μείνω εκεί για τα καλά… αλλά στο τέλος, μετά από 24ωρη ταλαιπωρία, μας έφερε πίσω. Το θέμα όμως δεν είναι η ταλαιπωρία. Είναι η ηδονή του να περιδιαβαίνεις μια τέτοια μεγαλούπολη και να συνειδητοποιείς ότι όλα, μα όλα, δουλεύουν όπως έχουν σχεδιαστεί. Σας διαβεβαιώ δε ότι τα πάντα έχουν σχεδιαστεί: είτε ο σχεδιασμός αυτός είναι γενικά πολεοδομικός, είτε αφορά την εκπαίδευση των πολιτών στη χρήση εγκαταστάσεων και υποδομών.

Οι οδηγοί σταματάνε για να περάσουν οι πεζοί. Όλοι οι οδηγοί. Υπάρχουν 620 μίλια ποδηλατοδρόμων (τα 90 προστέθηκαν τον τελευταίο χρόνο). Και ειδικός χάρτης της πόλης για τους ποδηλάτες (με αναλυτικά σχέδια κάθε γέφυρας). Κανένας ταξιτζής δεν με έκλεψε (πήρα 17 φορές ταξί) και μόνο ένας μου παραπονέθηκε ότι το φιλοδώρημα ήταν μικρό. Τα καινούργια βαγόνια του Υπόγειου είναι διαδικτυωμένα και πεντακάθαρα (3 στα 4 που ανέβηκα ήταν καινούργια). Το τραίνο του Λονγκ Αϊλαντ, αν και φαίνεται παλιό, είναι ταχύτατο και ακριβέστατο. Τα διόροφα τουριστικά λεωφορεία (sightseeing) είναι τόσα πολλά και τόσο γεμάτα (όλες τις ώρες, σε όλες τις διαδρομές) που κάνουν τον (εξ Αθηνών) επισκέπτη ν’ αναρωτιέται “καλά, τους βάζουν και χαζεύουν τον ένα ουρανοξύστη μετά τον άλλο, τι θα έκαναν αν είχαν και αρχαία;” Τα μισά “αξιοθέατα” είναι πολυκαταστήματα ή τα ιδρυτικά κτίρια πολυκαταστημάτων ή ουρανοξύστες επιχειρήσεων. Όταν οι άνθρωποι δεν έχουν αξιόλογη ιστορία να δείξουν, δημιουργούν μύθους. Κι οι Αμερικανοί είναι μάστορες του είδους. Στο βαποράκι που κάνει τη βόλτα του Hudson River για τους τουρίστες, εκτός απ’ το Άγαλμα της Ελευθερίας και το Έλλις Αϊλαντ, ξεναγείται κανείς σε “αξιοθέατα” του τύπου “εδώ ήταν στημένα τα κανόνια στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας αλλά δεν έγινε μάχη” (Battery Park) ή “εδώ θα έδενε ο Τιτανικός αν δε βυθιζόταν” ή “εδώ περπάτησε ο Peter Stuyvesant όταν το Μανχάταν ήταν Ολλανδική αποικία”… Δίπλα απ’την Αθήνα έχουμε τη Σαλαμίνα αλλά δε γνωρίζω να πηγαίνει κανείς τουρίστες να τους δείξει πού έγινε η ναυμαχία με τους Πέρσες… Άσε που μπορεί να θρηνούσαμε θύματα απ’ τη λυματολάσπη της Ψυττάλειας. Στη Νέα Υόρκη τα επεξεργασμένα στερεά απόβλητα χρησιμοποιούνται εδώ και τριάντα χρόνια για να δημιουργήσουν καινούργια νησιά και να επεκτείνουν τη στεριά για πάρκα και νέες κατοικίες… Έτσι. Κάθε βήμα και μια (ασυναίσθητη) σύγκριση με τα “δικά μας”. Δε μιλάω για το Σέντραλ Παρκ. Ασύγκριτο. Αλλά κάθε γειτονιά, κάθε ομάδα τετραγώνων σχεδόν, έχει ένα πνεύμονα πρασίνου και χαλάρωσης. Σε όλες τις μεγαλύτερες πλατείες υπάρχουν ειδικοί χώροι για τα κατοικίδια. Λόγω εποχής και καιρού, όλες οι πλατείες ήταν γεμάτες με πολύχρωμα πλήθη που άραζαν, χάζευαν, έπαιζαν μουσικές, χόρευαν και γενικά χαλάρωναν. Και παιδιά, πολλά χαρούμενα παιδιά. Εδώ τα δέντρα κόβονται νύχτα ή καρφώνονται στην άσφαλτο νύχτα και κάποιες παιδικές χαρές φρουρούνται από ΜΑΤ. Δεν υποστηρίζω ότι η Νέα Υόρκη είναι η ιδανική πόλη ούτε επισκέφτηκα τις φτωχογειτονιές του Μπρονξ. Απ’ την άλλη, δεν επισκέπτομαι ούτε το Ζεφύρι. Στο κέντρο της Αθήνας γυρνάω που και που και η σύγκριση με το Μανχάταν είναι …δυστύχημα για την Αθήνα.

Καθώς η επίσκεψη μου αυτή περιλάμβανε πολύ περπάτημα στο κέντρο, εντυπωσιάστηκα ιδιαίτερα με τους ελεύθερους χώρους που η Αρχή η υπεύθυνη για τον πολεοδομικό σχεδιασμό δημιουργεί εις βάρος των νεοαναγειρόμενων κτιρίων. Βλέπεις ένα ολοκαίνουργιο κτίριο σε μια γωνία, στην 3η Λεωφόρο π.χ. και του λείπει ένα κομμάτι. Αντί κτιρίου, υπάρχει ένα συντριβάνι, ένας καταράκτης, παγκάκια (ξύλινα ή κτιστά), πράσινο. Μια διακριτική πινακίδα ενημερώνει ότι ο δημόσιος αυτός χώρος αποφασίστηκε από την (πολεοδομική) Αρχή “προς όφελος της ποιότητας ζωής των πολιτών”. Ναι, ακριβώς όπως στην Αθήνα. Μας αντιγράφουν…

Βέβαια, πέσαμε και στην εθνική γιορτή των Αμερικανών. Τετάρτη Ιουλίου, Ημέρα της Ανεξαρτησίας. Τα πλήθη των εγχώριων τουριστών ήταν αυξημένα, κυρίως λόγω των περίφημων πυροτεχνημάτων της Νέας Υόρκης. Απ΄το πρωί του Σαββάτου έβλεπες σε διάφορα μέρη της πόλης παρέες γύρω από υπαίθρια μπάρμπεκιου: θύμιζε Αθήνα το Πάσχα. Αν είχε παρέλαση, δεν την πήραμε είδηση. Μοναχά το βραδάκι μαζεύτηκε κόσμος με σημαιάκια στη δυτική προβλήτα όπου, υπό τους ήχους μιας φιλαρμονικής, έλαβε χώρα το show των πυροτεχνημάτων. Το πλήθος μέγα. Φροντίσαμε να αποφύγουμε την περιοχή, δίνοντας βάση στους ειδήμονες που μας προειδοποίησαν για ταλαιπωρία λόγω της απαγόρευσης των τροχοφόρων. Πάντως, αν και τα είδαμε από μακρυά και εντυπωσιαστήκαμε, μάθαμε ότι ήταν το πιο “φτωχικό” show των τελευταίων ετών, πιθανώς λόγω της οικονομικής κρίσης. Δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα ήταν η ίδια μέρα επί Μπους ή εγγύτερα στην καταστροφή των Πύργων, πάντως δεν υπήρχε ορατό ίχνος πατριωτικού πυρετού. Όλα τα μεγάλα καταστήματα του κέντρου ήταν κανονικά ανοικτά (και οι τουρίστες αλώνιζαν) ενώ τα περισσότερα μικρομάγαζα των περιφερειακών γειτονιών είχαν κλείσει για το σαββατοκύριακο. Εννοείται ότι τα πάντα είναι κανονικά ανοικτά τις Κυριακές – κι εδώ μας αντιγράφουν οι άτιμοι!

Μετά την τρίτη απανωτή επίσκεψή μου στη Νέα Υόρκη, που είχα να επισκεφτώ από τα φοιτητικά μου χρόνια, η γνώμη μου έχει πλέον διαμορφωθεί: είναι μια πόλη στην οποία ευχαρίστως θα ζούσα. Γενικά, είναι μια βρώμικη πόλη, όχι όσο η Αθήνα πάντως. Ίσως να οφείλεται στο τεράστιο πλήθος που την κατοικεί, εργάζεται εκεί, ή την επισκέπτεται. Από την άλλη, είναι μια εξαιρετικά ζωντανή πόλη. Νοιώθεις τον παλμό της κάθε στιγμή, είτε μπροστά στις υπέρλαμπρες βιτρίνες της Πέμπτης Λεωφόρου (ναι, ξαναπήγα για τρίτη φορά στο Apple Store), είτε στα πολύχρωμα σοκάκια του Σόχο και του Βίλατζ. Αρκεί μέτρια εμπειρία για ν’ αποφύγεις τις τουριστικές κακοτοπιές, να βγεις απ’ τους πολύβουους, άνευ ουσίας κεντρικούς τουριστικούς προορισμούς (Times Square, Canal Street) και μόλις στρίψεις στη γωνιά η πόλη σε ανταμοίβει με πραγματικές εικόνες πραγματικών ανθρώπων. Το γεγονός ότι ακούς αγγλικά λιγότερο από άλλες γλώσσες, είναι στα υπέρ της. Η συνεχής τσίκνα από τις υπαίθριες καντίνες σε κάθε γωνιά του κεντρικού τομέα της δίνει έντονο χρώμα Μέσης Ανατολής. Αρκεί να χαζέψεις όμως τ’ αυτοκίνητα που περνούν και ξέρεις ακαριαία ότι είσαι στην Αμερική: οι τεράστιες τζιπούκλες και τα SUV δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία. Κάποιοι χαρακτηρίζουν τη Νέα Υόρκη ως κλειστοφοβική πόλη, μάλλον λόγω των υψηλών κτιρίων. Δε συνηθίζω να περπατώ κυτάζοντας τον ουρανό. Κάθε (μα κάθε) φορά όμως που σήκωνα το κεφάλι ψηλά έμενα έκθαμβος με τα αρχιτεκτονικά αριστουργήματα. Όχι τόσο τους υπερσύγχρονους ουρανοξύστες από γυαλί κι ατσάλι, αυτοί έχουν άλλου είδους ομορφιά. Αλλά από τα παλιότερα κτίρια, μέσου ύψους, που είναι κυριολεκτικά κεντήματα. Είτε στο σοβά (πέτρα;) είτε στο σίδερο, αυτοί που τα πλήρωσαν ήθελαν και ήξεραν να ξεχωρίζουν. Το καθένα είναι ένα διακοσμητικό αραβούργημα. Φαντασθείτε δε ότι η νομοθεσία για τη διάσωση τέτοιων κτιρίων ενεργοποιήθηκε μόλις κατά τα μέσα της δεκαετίας του ‘60, μετά την ανέγερση του Madison Square Garden (και την κατεδάφιση του ιστορικού Pennsylvania Station). Όπως ακριβώς κι εδώ…

Επόμενη σελίδα: »